Ο δημοσιογράφος Αντρέ Ασεό, φίλος του Ζαν – Λουί Τρεντινιάν, επισκέφθηκε τον ηθοποιό στο σπίτι του, στη μικρή πόλη Ιζές κοντά στην Αβινιόν, όπου ζούσε από το 1975. Μακριά από τα κινηματογραφικά κυκλώματα και με χρόνο στη διάθεσή του, ο Τρεντινιάν αφηγήθηκε στον φίλο του τη ζωή του. Και το βιβλίο – η βιογραφία του – κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Το ήρεμο πάθος».
Ομως την πρώτη Αυγούστου της επόμενης – από την κυκλοφορία του – χρονιάς, το 2003, ήρθε η τραγωδία: η Μαρί Τρεντινιάν, η αγαπημένη κόρη του Ζαν – Λουί ξυλοκοπήθηκε από τον σύντροφό της, τραγουδιστή του ροκ συγκροτήματος Noir Desir, τον Μπερτράν Καντά (τον είδαμε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ως κορυφαίο του Χορού στην παράσταση «Γυναίκες» του Ουαζντί Μουαουάντ), έπεσε σε κώμα και πέθανε σε ηλικία 41 ετών. Η βιογραφία τού Τρεντινιάν από τον Ασεό δεν είχε πια νόημα.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο δημοσιογράφος συναντά και πάλι τον Τρεντινιάν στην Αβινιόν. Είναι 81 ετών αλλά δείχνει πολύ περισσότερο – γράφει η ιταλική «Repubblica». Ο πόνος τον έχει καταβάλει πολύ αλλά έχει αποφασίσει να μιλήσει γι’ αυτό.
Ετσι το βιβλίο συμπληρώνεται και εδώ και λίγες ημέρες κυκλοφορεί στη Γαλλία, υπό τον τίτλο «Du cote d’ Uzes, entretiens avec Andre Asseo» («Από την πλευρά της Ιζές – συνεντεύξεις με τον Αντρέ Ασεό» και από τις εκδόσεις Cherche Midi.
Ο Τρεντινιάν αισθάνεται τόσο ευάλωτος όσο και δυνατός. «Είμαι ένας επιζών» λέει για μια ζωή γεμάτη από ταινίες, αγάπες και τραγωδίες.
Η αφήγηση ακολουθεί χρονολογική σειρά για τον Τρεντινιάν, ο οποίος γεννήθηκε το 1930 σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Πατέρας δήμαρχος, μια πολύ καλλιεργημένη μητέρα, από τους θείους του – οδηγούς σε αγώνες ταχύτητας – κληρονόμησε την αγάπη για τα αυτοκίνητα.
Μιλάει για τη «συνάντησή» του με τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου και για όλους τους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε: Μπερτολούτσι, Ρομέρ, Ρίζι, Βαντίμ, Τριφό, Κισλόφσκι, Γαβράς, Λελούς.
Μιλάει ακόμη για τους έρωτες της ζωής του. Για το φλερτ με την Μπριζίτ Μπαρντό, το ’56, στα γυρίσματα του «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» του Ροζέ Βαντίμ. Για τη σύζυγό του, ηθοποιό επίσης και σεναριογράφο, Ναντίν Μαρκάν. Αλλά και για τον θάνατο του μωρού τους, της Πολίν, το 1969.
Αναφέρεται επίσης στη στρατιωτική θητεία του, των 28 μηνών, που διακόπτει την ιστορία με την Μπαρντό και στην προσπάθειά του να αποφύγει τον πόλεμο στην Αλγερία καταπίνει σαράντα ασπράδια αυγών (χρειάστηκε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο)!
Ενα άλλο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον Αμλετ και ένα άλλο στο ιταλικό σινεμά και στους «τέσσερις σωματοφύλακές» του, όπως λέει, τους Ούγκο Τονιάτσι, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Βιτόριο Γκάσμαν και Αλμπέρτο Σόρντι.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο Τρεντινιάν μιλάει για τα πάθη του: το κρασί, τα αυτοκίνητα, το πόκερ, την ποίηση. Στο δεύτερο μέρος αυτά τα πάθη δεν υπάρχουν. Ο θάνατος της Μαρί τα έχει εξαφανίσει. Μένει μόνο η ποίηση που, όπως λέει, είναι το καταφύγιό του.
Ο Τρεντινιάν έχει επιστρέψει και στο σινεμά, αυτό όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Η ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί μαζί με την Ιζαμπέλ Ιπέρ λέγεται «Αγάπη», τη σκηνοθετεί ο Αυστριακός Μίκαελ Χάνεκε και θα προβληθεί την επόμενη εβδομάδα στο Φεστιβάλ των Καννών – όμως ο Τρεντινιάν δεν είναι ακόμη σίγουρο ότι θα εμφανιστεί.
Ο ρόλος που τον ξαναφέρνει στην οθόνη είναι εκείνος ενός συζύγου που βοηθάει τη γυναίκα του ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. «Καταφεύγει» δηλαδή σε έναν ρόλο στον οποίο μπορεί να διοχετεύσει τον πόνο του. Αν και η πρώτη αντίδρασή του στην παραγωγό της ταινίας που του έκανε την πρόταση ήταν πως απλά δεν θα μπορούσε να το κάνει. «Δεν είμαι σε κατάσταση να παίξω, σκέφτομαι μάλλον να αυτοκτονήσω. “Κάνε την ταινία”, μου απάντησε, “και αυτοκτονείς μετά”» λέει ο Ζαν – Λουί Τρεντινιάν.
«Για να παίξεις κάποιο ρόλο, να ενσαρκώσεις έναν χαρακτήρα, να γίνεις το αντίθετο αυτού που είσαι, πρέπει να διατηρήσεις παιδική ψυχή» λέει για την ερμηνεία – ως απόσταγμα ζωής και καριέρας – ο γάλλος ηθοποιός. «Μεγάλος ηθοποιός είναι αυτός που ψάχνει και με πολλή δουλειά θα βρει μέσα του την αλήθεια. Η αλήθεια ενός χαρακτήρα δεν βρίσκεται στις οδηγίες του σκηνοθέτη αλλά σε αυτή τη διαδικασία, στη δουλειά του ίδιου του ηθοποιού».