Οι δύο άντρες κοιτάζουν ολόγυρα αναζητώντας κι άλλες γνώριμες εικόνες. Η Πειραϊκή – Πατραϊκή ήταν η βιομηχανία που τους έθρεφε για χρόνια πριν ξεβράσει στην πόλη εκατοντάδες ανέργους. Στον τοίχο απέναντι αντικρίζουν ένα σύνθημα στα αραβικά:
«Ημουν και εγώ εδώ». Δίπλα του παντελόνια και μπλούζες στεγνώνουν σε ένα καλώδιο που γλίτωσε το πλιάτσικο. Και στην αυλή σκουριάζουν κατασχεμένες νταλίκες πάνω στις οποίες μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά επιχείρησαν το σάλτο της απόδρασης προς τη Δύση.
Από τα χρόνια της ανάπτυξης η Πειραϊκή – Πατραϊκή είχε περάσει στην κακοδιαχείριση, την κρατικοποίηση και τους πελατειακούς διορισμούς για να φτάσει στο λουκέτο. Ηταν το πρώτο κομμάτι στο ντόμινο της αποβιομηχάνισης που ευνούχισε τον παραγωγικό τομέα και διαμόρφωσε έναν υδροκέφαλο κλάδο παροχής υπηρεσιών.
Η περιουσία της λεηλατήθηκε ή πουλήθηκε. Οι εγκαταστάσεις της δεν έχουν αξιοποιηθεί εδώ και δύο δεκαετίες. Σήμερα στα λαγούμια και στα ντουβάρια της φωλιάζουν ασυνόδευτοι ανήλικοι μετανάστες.
«Το σύνθημά μας το ’90, όταν έκλεινε το εργοστάσιο, ήταν: ”Εσείς που μας κοιτάτε, κάποτε σαν κι εμάς θα πεινάτε”. Είχαμε δίκιο. Μετά το λουκέτο πολλοί δεν βρήκαν τον βηματισμό τους». Ηταν ένας από τους τελευταίους που έφυγαν, το 1996, όταν αποφασίστηκε το οριστικό κλείσιμό του.
Η κλωστοϋφαντουργία είχε σταματήσει τη δραστηριότητά της από το ’92, ωστόσο κάθε τόσο συντηρούνταν τα μηχανήματα και οι εργαζόμενοι ήλπιζαν ότι με πορείες, διαπραγματεύσεις και καταλήψεις κτιρίων θα μπορούσαν να αναστήσουν την επιχείρηση.
«Αμα δεν κλάψει το παιδί η μάνα δεν το ταΐζει», λένε παλιοί εργαζόμενοι για τις κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου.
Επειτα από οικειοθελείς αποχωρήσεις, οι απολυμένοι έφτασαν τους 1.850. Περίπου 500 εντάχθηκαν σε πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης (στα 55 έτη οι άντρες και στα 50 οι γυναίκες) με 125.000 δραχμές τον μήνα. Αλλοι τόσοι (μέλη του σωματείου μόνο) έλαβαν έκαστος από 2,5 εκατ. δραχμές ως ποσό επαγγελματικής αποκατάστασης. Το επένδυσαν σε καφενεία, ψιλικατζίδικα, περίπτερα ή μισές άδειες ταξί.
Το πακέτο στήριξης τότε από την Πολιτεία είχε φτάσει τα οκτώ δισεκατομμύρια. «Ολα αυτά ήταν φούσκες. Αυτό πληρώνουμε σήμερα. Από την παραγωγή περάσαμε στην παροχή υπηρεσιών», σχολιάζει ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Πάτρας, Ιωάννης Σουβαλιώτης. Τα στοιχεία τον επιβεβαιώνουν. Μέσα στο 2011 άνοιξαν 1.549 νέα εμπορικά καταστήματα και 1.731 διαγράφηκαν από τα μητρώα του Επιμελητηρίου Αχαΐας. Το ισοζύγιο ήταν για πρώτη φορά αρνητικό.
Το ’60 η επιχείρηση είχε 3.900 υπαλλήλους, 16 εκατ. δολάρια έσοδα πωλήσεων, ένα εργοστάσιο στο Χαρτούμ και συμβόλαιο δεκαετίας προς 300.000 δολάρια τον χρόνο για να εκπαιδεύει Σουδανούς στη νηματουργία. Εντυπωσιασμένη από την επιτυχία της εταιρείας, η ελληνική κυβέρνηση επιδοτούσε τότε τους αγρότες να αλλάξουν καλλιέργεια από σιτάρι σε βαμβάκι. Τυφλά ανοίγματα και σπατάλες χρέωσαν τελικά τη βιομηχανία με 50 δισ. δραχμές. Το 1984 κρατικοποιήθηκε με την υπαγωγή της στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων. Μια εξέλιξη όμως που τη βύθισε πιο βαθιά στην ύφεση.
Το 2003 το οικόπεδο των 194 στρεμμάτων αγοράστηκε από τον Οργανισμό Λιμένος Πατρών. Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΛΠΑ ΑΕ Κώστα Πλατυκώστα, η παλιά βιομηχανία θα αξιοποιηθεί ως Εμπορευματικό Πάρκο και ήδη προχωρούν διαδικασίες για ενοικιάσεις χώρων σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες.