Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή… Από τα μέσα του περασμένου μήνα υποδύεται έναν μεγαλογιατρό στην «Κλινική περίπτωση» του Mega – προσαρμογή της βρετανικής «Dr Martin» -, που εγκαταλείπει τη μεγαλούπολη και τη σπουδαία θέση στην κλινική όπου εργάζεται για να βρεθεί σε ένα μικρό χωριό της ελληνικής περιφέρειας.

Ο ΡΟΛΟΣ. Τύπος ιδιόρρυθμος, καθώς το άγχος της δουλειάς και της επιτυχίας τού έχει προκαλέσει ένα παράδοξο ψυχολογικό πρόβλημα για γιατρό: δεν αντέχει τη θέα του αίματος.
Αδύνατον; Οχι απίθανο, πάντως, για τον Γιάννη Μπέζο. Γιατί εκείνος κάνει τον ιδιόρρυθμο φοβητσιάρη μεγαλογιατρό. Τουλάχιστον τηλεοπτικώς έγινε γιατρός. Διότι ο Μπέζος για γιατρός πήγαινε και κατέληξε ηθοποιός! Ετσι αρχίζει το σενάριο της επαγγελματικής ζωής του.
Το 1975 ταξίδεψε στην Ιταλία για να σπουδάσει ιατρική. Εμεινε ένα 24ωρο και την επόμενη μέρα επέστρεψε. Γράφτηκε στο Θεατρικό Εργαστήρι του Δημήτρη Κωνσταντινίδη και τρία χρόνια αργότερα αποφοίτησε.
Ο γεννημένος στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου του ’56 ηθοποιός, με καταγωγή από το Κεραστάρι Αρκαδίας, έπιασε δουλειά το καλοκαίρι του ’76 στο θέατρο «Σμαρούλα» τού – πρόσφατα αδικοχαμένου – Βαγγέλη Λιβαδά ως κομπάρσος στο «Αρμένικο φεγγάρι» (σενάριο Νίκου Φώσκολου, σκηνοθεσία Δημήτρη Ποταμίτη). Δεν είχε δικαίωμα να αρθρώσει κουβέντα διότι δεν είχε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος (καταργήθηκε το 1982). Αν και… σιωπηλός, τον πρόσεξε ο Θύμιος Καρακατσάνης με τον οποίον βρέθηκαν να παίζουν μαζί το επόμενο καλοκαίρι σε επιθεώρηση του Κώστα Μουρσελά. «Ο Καρακατσάνης είναι ο πρώτος που πίστεψε σε μένα», έχει πει ο Γιάννης Μπέζος.
Μετά ήρθε ο Στρατός και το ’81 έκανε και τυπικά το επαγγελματικό ντεμπούτο του στην κωμωδία «Οι κουραμπιέδες» του Γιώργου Χασάπογλου. Τρία χρόνια αργότερα στη ροκ όπερα του Μίμη Πλέσσα «Ορφέας και Ευρυδίκη» συναντήθηκε στο σανίδι με τη Ναταλία Τσαλίκη. Ε, από τότε είναι μαζί, ζευγάρι στο θέατρο και στη ζωή, αγαπημένοι, διαφυλάσσοντας την ιδιωτικότητα του βίου τους και έχοντας αποκτήσει μία κόρη, την Ηρώ, που ακολούθησε την πορεία του μήλου.
Ηθοποιός με στόφα, ο Γιάννης Μπέζος, πρωταγωνιστής άμα τη εμφανίσει, μπορεί να λογίζεται κωμικός ηθοποιός, όμως με άνεση ενδύεται κοστούμια δραματικών ρόλων κυρίως σε θέατρο και τηλεόραση. Στον κινηματογράφο έχει κάνει μάλλον λίγα πράγματα, χωρίς κάτι ξεχωριστό ως τώρα.
Ισως η πιο αξιοσημείωτη κινηματογραφική εμφάνισή του είναι πρόσφατη, στη δραματική ταινία «Το τανγκό των Χριστουγέννων» του Νίκου Κουτελιδάκη (βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη). Υποδύεται έναν βλοσυρό και αυταρχικό συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού, διοικητή μονάδας στον Εβρο, με φόντο τη χούντα, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι η κατά πολύ νεότερή του και ελκυστική γυναίκα του έχει παράνομο δεσμό με υπαξιωματικό του.
Από τους αξιόλογους ηθοποιούς της γενιάς του, τη μια στιγμή μπορεί να κάνει ευπρεπές εμπορικό θέατρο και την επομένη να παρουσιάζει σε μικρότερη σκηνή έργο πιο «ψαγμένο». Με άνεση στέκεται σε όλα τα είδη: και σε σύγχρονα και σε έργα αρχαίου δράματος, κλασικού ρεπερτορίου. Εχει δοκιμαστεί επίσης σε επιθεώρηση και μιούζικαλ, είδη που απαιτούν και κίνηση και τραγουδιστική ερμηνεία.
Ανθρωπος με έμφυτη ευγένεια, αξιοπρεπής. Λάτρης του βρετανικού φλέγματος, προτιμά το χιούμορ που κρύβεται στη σοβαρότητα. «Δεν γελάω με τη σαχλαμάρα», έχει δηλώσει. Γι’ αυτό και του αρέσουν ο Πίτερ Σέλερς, ο Τζον Κλιζ, οι Μόντι Πάιθον, ο Χιου Γκραντ.
Στις ξεχωριστές στιγμές του στο θέατρο συγκαταλέγονται εκείνες (σχεδόν όλες σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή) στο «Δάφνες και πικροδάφνες» (το 1992), στο «Βίρα τις άγκυρες» (το 1997), το «Λατέρνα, φτώχεια και…» (το 1999) και το «Κλουβί με τις τρελές» του Ζαν Πουαρέ (2009).
Είναι εκείνος που το 1991 και για δύο σεζόν μέσα από την κωμική σειρά «Οι απαράδεκτοι» (Mega) της Δήμητρας Παπαδοπούλου κατέρριψε το έως τότε διαμορφωμένο – κυρίως από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο – στερεότυπο του ομοφυλόφιλου-καρτούν με την γκροτέσκα συμπεριφορά.
Η πορεία του στη μικρή οθόνη δεν είναι μονοδιάστατη. Τον έχουμε δει και σε δραματικούς ρόλους, όπως στη σειρά «Απών» (1995) της Μιρέλλας Παπαοικονόμου, «Βίος ανθόσπαρτος» (1998) της Κάκιας Ιγερινού σε σκηνοθεσία Ρέινας Εσκενάζυ, αλλά και σε ρόλους καλού οικογενειάρχη («Ακρως οικογενειακόν», «Ευτυχισμένοι μαζί»).
Είναι αυτό που φαίνεται ο Γιάννης Μπέζος. Καλός άνθρωπος και επαγγελματίας. Του αρέσει η συνέπεια. Είναι έντιμος και με καλλιτεχνική ανησυχία. Επίσης, δεν μασάει τα λόγια του. Ανθρωπος με πολιτική σκέψη, που εκφράζεται όμως με ήθος και ευπρέπεια.
«Τα κόμματα που εκπροσωπούν τον λαό είναι κλειστά, οικογενειακά. Δεν αναπνέει η πολιτική σκηνή με τον παλμό του κόσμου. Είναι λίγο παρεΐστικη η κατάσταση. Δεν μπορεί να μπει η λαϊκή ματιά, ο παλμός του κόσμου στην πολιτική. Το μόνο που κάνει είναι να ψηφίζει ένα από αυτά στις εκλογές και μετά μένει πάλι απ’ έξω. Αυτή είναι και η αδικία», δήλωσε προσφάτως μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής» και στην Αφροδίτη Γραμμέλη, ενώ για την εν γένει άθλια εικόνα που παρουσιάζει η τηλεόραση επέρριψε ευθύνες σε εκείνους που την εκμεταλλεύονται και σερβίρουν σκουπίδια.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ. Η αιτία της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα είναι – κατά τον ηθοποιό – η βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση που διέρχεται η χώρα, απότοκος της οποίας είναι και η οικονομική κρίση. Το βλέπει όμως ως ευκαιρία αυτοκριτικής, διότι «τόσα χρόνια το χρήμα και η χλιδή υποκατέστησαν αξίες που δεν έπρεπε».
Με τον Πέτρο Φιλιππίδη θα βρεθούν στο θεατρικό σανίδι για μία ακόμη φορά. Ετοιμάζονται να μεταφέρουν πριν από το Πάσχα στο θέατρο «Παλλάς» την υπόθεση της ταινίας «Απατεώνες και τζέντλεμεν» με τους Μάικλ Κέιν και Στιβ Μάρτιν, δίνοντας όμως μορφή μουσικής παράστασης. Περίπου εκείνη την περίοδο ο Μπέζος θα ξεκινά και την προετοιμασία του για τον Στρεψιάδη, τον ρόλο για τον οποίο τον επέλεξε ο Νίκος Μαστοράκης που θα ανεβάσει τις αριστοφανικές «Νεφέλες» το ερχόμενο καλοκαίρι με το Εθνικό Θέατρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.