Ο Δηµήτρης Λιγνάδης και ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, που συνδέονται µε στενούς δεσµούς φιλίας, µιλάνε για τους ρόλους τους
στο έργο του Πίτερ Σάφερ, την αντιπαράθεση θεάτρου-τηλεόρασης, το ταλέντο και τη ζήλεια που αυτό προκαλεί
Φέτος, ο Βόλφγκανγκ Αµαντέους Μότσαρτ έχειτηµορφή του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Τουλάχιστον επί σκηνής και για όσο διαρκεί το έργο του Πίτερ Σάφερ «Amadeus» πουανεβαίνειστοΘέατρο Βρετάνια. Πρόκειται για την αντιπαράθεση δύο από τους σηµαντικότερους συνθέτες του 18ου αιώνα, του Αντόνιο Σαλιέρι και του νεαρότερου του Μότσαρτ. Στον ρόλο του Σαλιέρι, ο στενός φίλος του Παπακαλιάτη ∆ηµήτρης Λιγνάδης που είναι και ο σκηνοθέτης της παράστασης.

«Βάσανο» λέει ο ίδιος «να προκύπτεις ηθοποιός και σκηνοθέτης. ∆εν το σχεδιάζω. Προκύπτει. Θα ήθελα, για παράδειγµα, µόνο να υποδύοµαι έναν ρόλο και να αφοσιώνοµαι σε αυτόν. Θα µε διευκόλυνε».

Πολυµήχανος και πολυπράγµων, ο ∆ηµήτρης Λιγνάδης τούς τελευταίους µήνες δούλευε για τον ρόλο του στον «Βέρθερο» στη Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών.

Παράλληλα είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία και τον ρόλο του Σαλιέρι στο «Amadeus».

«Είµαι χαοτικός, τελειοµανής. ∆εν κάθοµαι στα αυγά µου. Ισως επειδή βλέπω τη δουλειά µου ως παιχνίδι και τη ζωή µου σε µια αιώνια κίνηση. Αυτό µε ευχαριστεί. Κι ας έρχονται κάποιες φορές και οι αποτυχίες» διευκρινίζει.

Ευτυχώςγιαεκείνονκαιο Χριστόφορος Παπακαλιάτης αρέσκεται στο να δοκιµάζει νέα πράγµατα. ∆εν ήταν δύσκολο λοιπόν να τον πείσει να καταπιαστεί µε κάτι διαφορετικό, όπως είναι ο ρόλος του Μότσαρτ. Τον Μάιο ο ∆ηµήτρης Λιγνάδης έκανε τη βόλτα του στο Καλλιµάρµαρο.

Ξαφνικά, του ήρθε η ιδέα. Να προτείνει, δηλαδή,στον φίλο του Χριστόφορο Παπακαλιάτη να υποδυθεί τον Μότσαρτ στο «Amadeus». Του τηλεφώνησε για να συναντηθούν. ∆εν δίστασε να του πει αµέσως τι σκεφτόταν. Κι αυτό επειδή είναι φίλοι από το 1990 _ µια καλή παρέα µαζί µε τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, τη Σµαράγδα Καρύδη, τη Βίκυ Βολιώτη…

«Ο Μότσαρτ που είχα στο µυαλό µου έµοιαζε µε τον Χριστόφορο. Στις αντιδράσεις, στις κινήσεις…» λέει χαµογελώντας. Μέσα σε λίγα λεπτά η συµφωνία είχε κλείσει. Ο Παπακαλιάτης είπε το «ναι».

Αλλωστε, ήδη είχε αποφασιστεί ότι η σειρά «4» δεν θα συνεχιστεί. «Ηταν η σωστή στιγµή και οι συγκυρίες βοήθησαν σ’ αυτό» διευκρινίζει ο Παπακαλιάτης. «Επί της ουσίας όµως δεν έχω αφήσει τίποτα. Η δουλειά µου είναι και στο θέατρο και στην τηλεόραση και στον κινηµατογράφο.

Απλά σε διαφορετικές εποχές και ανάλογα µε τις συνθήκες επιλέγω

Εχω ζηλέψει κι εγώ τη δόξα και τις δουλειές άλλων ηθοποιών. Εχω κάνει θέατρο από µαταιοδοξία Δηµήτρης Λιγνάδης

διαφορετικούς τρόπους έκφρασης. Ηταν και οικονοµικοί λόγοι για τους οποίους δεν συνεχίστηκε το “4”. Δεν σήκωνε η τηλεόραση το µπάτζετ». Η συνεργασία τους αποδείχτηκε γόνιµη. Είχε και πλάκα. «Πολλές φορές έλεγα: “Χριστόφορε, δεν είµαστε στο πλατό. Εδώ είναι θέατρο”».

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης ακολούθησε τις σκηνοθετικές οδηγίες του φίλου του και συνεργάτη, χωρίς συγκρούσεις τύπου «Μότσαρτ – Σαλιέρι. Αλλωστε, όπως λέει, «όταν τα πράγµατα είναι ξεκάθαρα εξαρχής, τότε αυτό διευκολύνει το αποτέλεσµα». Ηταν, αναµφισβήτητα, µια απρόσµενη συνάντηση που ήξεραν ότι θα συζητηθεί. «Αλήθεια. Δεν το έκανα επίτηδες. Δεν είπα ότι θέλω να κάνω µια ανατροπή. Και δεν είχα στο µυαλό µου την επιτυχία. Θέλω να είµαι ευτυχής µέσα στην επιτυχία. Οχι να κάνω επιτυχία µε δουλειές που δεν µε ευχαριστούν» αναφέρει ο Δηµήτρης Λιγνάδης.

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης φόρεσε την περούκα, κάθησε στο πιάνο και έγινε Μότσαρτ στο «Βρετάνια». Δεν ήταν δα και τόσο απλό. «Δεν πρόκειται για βιογραφία του Μότσαρτ. Το ζητούµενο δεν ήταν τόσο να µάθω καλό πιάνο. Ηταν πιο πολύ να καταλάβω τον ψυχισµό τού συγκεκριµένου ήρωα και τις ακραίες αντιδράσεις που έχει. Εννοείται πως διάβασα για τον συνθέτη και έψαξα πολύ για να ανακαλύψω τελικά πόσο λίγα είναι αυτά που ξέρουν οι ιστορικοί γι’ αυτόν» σχολιάζει.

Μετά τις τηλεοπτικές επιτυχίες νιώθει ότι σήµερα δίνει «τεστ» στο σανίδι; «Δεν δίνω κανένα τεστ» λέει. Πλάι του, ως σύντροφος του Μότσαρτ, βρίσκεται µια συνεργάτιδά του από το τηλεοπτικό «4», η Δανάη Σκιάδη.

Το έργο του βρετανού συγγραφέα είναι ένα παραµύθι. Μια µυθοπλασία βασισµένη σε πραγµατικά πρόσωπα. Ο Μότσαρτ βρίσκει τον Σαλιέρι ως εµπόδιο στην καριέρα του και στην προσωπική του ζωή. Είναι µια αφήγηση – απολογία του Σαλιέρι, ο οποίος θεωρεί ότι είναι ένοχος για τον θάνατο του Μότσαρτ. Ο Σαλιέρι νιώθει αδικηµένος, καθώς ο Θεός χάρισε το ταλέντο στον Μότσαρτ.

«Το ταλέντο πρέπει να πηγαίνει προς την αρετή» λέει σε σκηνή του έργου.

«Το έργο θεολογεί µέσα από ίντριγκες και συγκρούσεις. Θέτει ερωτήµατα που είναι επίκαιρα και απασχολούν σε χαλεπούς καιρούς. “Υπάρχει Θεός;”. “Σε ποιον χαρίζει το ταλέντο;”. “Με ποιανού το µέρος είναι;”» λέει ο Δηµήτρης Λιγνάδης.

Εχει νιώσει ο ίδιος ζήλεια, όπως ο Σαλιέρι; «Φυσικά. Εχω ζηλέψει κι εγώ τη δόξα και τις δουλειές άλλων ηθοποιών. Εχω κάνει θέατρο από καθαρή µαταιοδοξία. Εννοώ ότι θέλω να παίρνω δόξα αλλά να κάνω και αυτό που µου αρέσει. Ολα γίνονται για µια µαταιοδοξία. Η οποία βέβαια αποδεικνύεται ασήµαντη, µια µπούρδα».

Παρακολουθεί τη νέα γενιά, ως καθηγητής της Δραµατικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Δεν κρύβει την ανησυχία του για την πορεία των νέων στα καλλιτεχνικά δρώµενα της Ελλάδας.

Καθώς και για τη θέση τους στην κοινωνία εν καιρώ κρίσης.

«Οι νέοι κουβαλούν χιλιάδες κληρονοµηµένα προβλήµατα. Είναι πιο έξυπνοι, ευέλικτοι αλλά δεν έχουν προσανατολισµό. Πρέπει λοιπόν να µάθουν ότι αν δεν σπάσεις αυγά, οµελέτα δεν φτιάχνεται. Η επανάσταση έχει ρίσκο και πόνο. Αλλο πράγµα η εκτόνωση και άλλο η επανάσταση. Οπως είναι άλλο η έκφραση και άλλο η τέχνη» υποστηρίζει ο Δηµήτρης Λιγνάδης. Λύση υπάρχει; «Μόνο η παιδεία θα µας σώσει. Πρέπει να ξέρουµε από πού προερχόµαστε για να ξέρουµε και πού πάµε. Τα οικονοµικά της χώρας µπορεί να καλυτερεύσουν. Το ερώτηµα είναι: Τι µόρφωµα πολίτη θα βγει από όλα αυτά;».

Οι ταµπέλες δεν µας βοηθάνε ούτε ψυχικά ούτε δηµιουργικά ούτε ουσιαστικά ως ανθρώπους

Χριστόφορος Παπακαλιάτης

info

Το έργο «Amadeus» του Πίτερ Σάφερ παρουσιάζεται στο Θέατρο Βρετάνια (Πανεπιστηµίου 7, τηλ.

210-3221.579) κάθε Τετάρτη – Πέµπτη – Παρασκευή – Σάββατο (21.15). Λαϊκές απογευµατινές κάθε Σάββατο (18.00) και Κυριακή (19.00). Εισιτήρια:

16, 20, 25 ευρώ. Χορηγός επικοινωνίας: «TA NEA»