Αλόγιστη αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης, των προσλήψεων και των μισθών, αλλά και δημόσιες επενδύσεις οδήγησαν επί 36 χρόνια την κούρσα του δημόσιου χρέους, ενώ από ένα σημείο και μετά οι υπέρογκοι τόκοι συνέβαλαν καθοριστικά στον εκτροχιασμό του. Σύμφωνα με έρευνα των «ΝΕΩΝ», το «μεγάλο πάρτι» πραγματοποιήθηκε επί των χρόνων της διακυβέρνησης της Ν.Δ., ιδίως την τελευταία πενταετία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν προϋπήρχε.

Χαρακτηριστικό του πλήρους εκτροχιασμού είναι το γεγονός ότι μόνο για την αποπληρωμή των τόκων για τα δάνεια που πήραμε από το 1988, χρειάστηκε να δώσουμε το Ακαθάριστο Εθνικό μας Προϊόν σχεδόν δύο χρόνων: το συνολικό ποσό που καταβάλαμε τα τελευταία 23 χρόνια ξεπερνά τα 195 δισεκατομμύρια ευρώ.

«Η πρώτη μεγάλη αύξηση του χρέους παρατηρήθηκε τη δεκαετία του ΄80, λόγω της σημαντικά επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Παρ΄ όλα αυτά, το καταληκτικό της επίπεδο το 1989 ήταν 64% του ΑΕΠ, ποσοστό που σήμερα θα ζηλεύαμε, εμείς αλλά και πολλές άλλες χώρες. Την περίοδο 1990-1993 το χρέος παρουσίασε μια αύξηση της τάξης του 27%, η οποία οφειλόταν κυρίως στις ρυθμίσεις χρεών προς την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και στα υψηλά ελλείμματα», επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο Νίκος Καραβίτης, αναπληρωτής καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρώην γενικός γραμματέας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας.

«Από το 2004 έως και το 2009, δηλαδή σε μία εξαετία, το χρέος αυξήθηκε άλλα 105 δισ. ευρώ, αλλά αυτήν τη φορά οι επενδύσεις αποτέλεσαν χαμηλότερο ποσοστό της αύξησης. Συμπερασματικά, τοποθετώ τις ευθύνες κυρίως στην περίοδο 2004-2009, όταν η μεταΟΝΕ στρατηγική, σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, θα έπρεπε να επικεντρωθεί στη μείωση του χρέους και αντ΄ αυτής είχαμε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2008-2009», συμπληρώνει ο κ. Καραβίτης.

«Η εκρηκτική άνοδος του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα γίνεται κυρίως τη δεκαπενταετία 1980-1993, όταν το χρέος διογκώθηκε από το 22% στο 98% του ΑΕΠ, δηλαδή σχεδόν κατά 5,5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως κατά μέσον όρο. Η δεύτερη και ακόμα πιο τραγική περίοδος ήταν η πρόσφατη τριετία 2007-2009 που το χρέος εκτινάχθηκε από το 96% στο 115% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 6,5 μονάδες του ΑΕΠ κάθε χρόνο», λέει στα «ΝΕΑ» ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Νίκος Χριστοδουλάκης.

«Η μοναδική περίοδος συστηματικής μείωσης του χρέους ήταν η δεκαετία 1997-2006, παρά το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη διευρύνεται το κοινωνικό κράτος, πραγματοποιούνται πολλές αναπτυξιακές επενδύσεις, υλοποιούνται μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα και γίνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Σήμερα, για να μειωθεί το χρέος χρειάζεται εκτός από τη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική και μια θεσμική τομή: η θέσπιση συνταγματικών κανόνων που απαγορεύουν την προεκλογική εφόρμηση στο Δημόσιο Ταμείο, καταργούν τις κρατικές εγγυήσεις στις ΔΕΚΟ και ακυρώνουν αυτόματα ως αντισυνταγματική κάθε δαπάνη που προκαλείται εκτός Προϋπολογισμού.

Εάν σήμερα υπήρχε αυτή η συνταγματική διάταξη, θα έπρεπε να ακυρωθούν όλες οι κομματικές προσλήψεις των τελευταίων ετών, να επιστραφούν τα χρυσά μπόνους των ΔΕΚΟ και να ματαιωθούν αζημίως οι χαριστικές συμβάσεις και προμήθειες. Αυτομάτως το χρέος θα προσγειωνόταν σε διαχειρίσιμο επίπεδο και θα έπαυε να αποτελεί άμεσο κίνδυνο για την ελληνική οικονομία», καταλήγει ο πρώην υπουργός.