«Πουλάει τα βιβλία του και τρώει κλωτσιές», λέει ο Γιώργος Λιάνης για τον Νίκο Κοεμτζή. Μαζί με τους Δ. Σαββόπουλο, Π. Τσίμα, μιλούν σε αφιέρωμα για τον μετανοημένο βαρυποινίτη και τη δυσκολία επανένταξής του
«Την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου…», γράφει στην αυτοβιογραφία του ο θρυλικός Νίκος Κοεμτζής.

Η ιστορία είναι λίγο- πολύ γνωστή. Τον Φεβρουάριο του 1973 βρίσκεται στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» μαζί με τον αδελφό του Δημοσθένη. Ο Δημοσθένης έκανε παραγγελιά τις «Βεργούλες», το ζεϊμπέκικο του Μάρκου Βαμβακάρη και τρεις της Ασφάλειας σηκώθηκαν να χορέψουν κι αυτοί, παρ΄ όλο που τότε, κατά παράδοση, ο παραγγέλλων χόρευε μόνος. Αυτό το έκαναν για να πικάρουν τον Νίκο Κοεμτζή, ο οποίος μόλις είχε βγει από τη φυλακή έπειτα από καταδίκη για κλοπή.

«Παραγγελιά, ρε!», φώναξε. Έβγαλε τη φαλτσέτα και θέρισε. Τρεις αστυνομικοί έπεσαν νεκροί, επτά ακόμη πολίτες τραυματίστηκαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο και για τρία χρόνια περίμενε την εκτέλεση. Μετά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, τελικά βγήκε από τη φυλακή ύστερα από 23 χρόνια. Οι εφημερίδες της εποχής τον αποκαλούσαν «κτήνος» και όταν μιλούσαν για εγκληματίες συχνά τους αποκαλούσαν «Κοεμτζήδες».

Την απολογία του, που προφανώς δεν βρήκε ευήκοα ώτα, την έκανε βιβλίο υπό τη μορφή αυτοβιογραφίας, από την οποία βιοπορίζεται ακόμα πουλώντας την έξω από την Ευελπίδων ή στο Μοναστηράκι.

Την έκανε και ποίηση, με ποιήματα ανέκδοτα ακόμα, πολλά από τα οποία τα έγραψε τον πρώτο καιρό της φυλακής, όταν ακόμα ήταν μελλοθάνατος.

Λέει μεταξύ άλλων (με τη δική του ορθογραφία) στο ποίημα «Μελλοθάνατος»: «Μες σένα κέντρο μια βραδιά/ που ο κόσμος εγλεντούσε/ Η πίκρες γινήκανε θεριό/ Μέσα μου και ξιπνίσαν/ Τα μάτια μου θαμπόσανε/ Κι ονούς μου είχε θολόσει/ Και το κέντρο σύνεφω/ Η θλύψι είχαι πλακόσει/ Το σκεύτομαι σαν όνειρο/ Με χάος κι εφιάλτη/ Πως βρέθηκα σε σκοτινό/ Δίσκολο μονοπάτι (…) Σαν αγρίμη φωβισμένο/ Και σαν Άνθρωπος με τύψι/ Εζιτούσα να πεθάνο/ Για να μην με τρώη θλύψι (…) Αλήθεια πώς κατάντισα/ Ο κόσμος να μεκρίνη/ Κτίνος να μ΄ αρχινά/ Και φωνιά να μ΄ αφήνη».

«Τα σήματα που εξέπεμψε αυτός ο άνθρωπος τα συνέλαβαν μόνο ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Γιώργος Χειμωνάς», λέει στα «ΝΕΑ» ο Γιώργος Λιάνης, που μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Παύλο Τσίμα θα μιλήσουν για την περίπτωση Κοεμτζή σε ειδική εκδήλωσηαφιέρωμα στον «Ιανό». «Ο Διονύσης Σαββόπουλος συνέλαβε με απόλυτα ενοραματικό τρόπο, δίχως να τον έχει συναντήσει ποτέ, το βαθύτερο σήμα που έστω και μ΄ αυτόν τον φρικώδη τρόπο εξέπεμψε η ψυχή του. Ο Γιώργος Χειμωνάς μου εξηγούσε μια μέρα με τον δικό του λαμπρό τρόπο τη βραδιά του άγριου φονικού μέσα από τον δεσμό αίματος των δύο αδελφών. Και με παρέπεμπε στον Ντοστογιέφσκι και στον Ρασκόλνικοφ. Ο ηθικός αυτουργός για το έγκλημα του Ρασκόλνικοφ ήταν η μοναξιά της τότε Πετρούπολης», εξηγεί.

Υπήρχε ηθικός αυτουργός στην περίπτωση Κοεμτζή; «Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί το μένος που του προκαλούσε η στολή, ήδη από την εποχή που οι χωροφύλακες έδερναν τον κομμουνιστή πατέρα του και τον βετεράνο πολεμιστή – και ανάπηροπαππού του. Υπήρχε και η ανείπωτη φτώχεια, το διαρκές σπρώξιμο της κοινωνίας προς το περιθώριο. Όπως ο ίδιος λέει, η Αστυνομία πίεσε την αρραβωνιαστικιά του να τον χωρίσει, ο εργοδότης του δεν τον πλήρωνε και τότε εκείνος τον έκλεψε- ήταν η πρώτη του κλοπή. Αλλά και σήμερα ακόμα, “η Αθήνα είναι μια εχθρική πόλη για τον Νίκο Κοεμτζή”, λέει ο Γιώργος Λιάνης.

«Προγραμματίζει να πουλήσει τα βιβλία του και τρώει κλωτσιές! Άδεια μικροπωλητή δεν του δίνουν… Στην επαρχία και στην πατρίδα του, το Αιγίνιο Πιερίας όπου βρίσκεται η οικογένειά του, δεν τον αφήνουν να ταξιδέψει. Με το επώνυμο “Κοεμτζής” πού να βρει δουλειά…».

ΙΝFΟ

Διονύσης Σαββόπουλος, Παύλος Τσίμας, Γιώργος Λιάνης μιλούν για τον Νίκο Κοεμτζή τη Δευτέρα 12/1 στις 20.00 στον «Ιανό» (Σταδίου 24). Ο ίδιος θα μιλήσει για τις δυσκολίες της επανένταξής του. Ανέκδοτα ποιήματά του θα διαβάσει η Κοραλία Καράντη.

«Δύο φίλοι»


Ο Νίκος Κοεμτζής εκτίμησε το τραγούδι που του έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Όπως εκτιμούσε και τους στίχους της Κατερίνας Γώγου. Στη φυλακή, σε ένα χοντρό «Τετράδιο», ανάμεσα σε στίχους, αφορισμούς, σχόλια για την επικαιρότητα και μικρά γράμματα που δεν εστάλησαν ποτέ, έγραψε και ένα- ανέκδοτο ώς σήμερα- ποίημα για τον Σαββόπουλο και τη Γώγου, με τίτλο «Δυο φίλοι»: «Δυο φίλοι μ΄ έχουν νιώσει/ Που κι αυτοί μες τη ζωή τους/ Λαβωματιές και βάσανα/ Άντεξε το κορμί τους/ Και μ΄ έχουν συμπαρασταθεί/ Στη συμφορά μου αδέλφι/ Γιατί κι αυτούς από μικρούς/ Η πίκρα τους εθρέφει» (…)

Αχ, μικρή μου Κατερίνα/ Πότιζε τους διψασμένους/ Χόρταινε τους νηστικούς/ Και χαρά στους πληγωμένους/ Να ξεχνάνε τους καημούς».

Με μια ματιά


1938. Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας. 1973. Διέπραξε το τριπλό έγκλημα.

1977. Μέχρι τότε περίμενε την εκτέλεσή του στις φυλακές Αλικαρνασσού. Η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια.

1979. Ο Διονύσης Σαββόπουλος διάβασε την αυτοβιογραφία του και έγραψε το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» («Ρεζέρβα»).

1980. Ο Παύλος Τάσιος εμπνεύστηκε από το τραγούδι την ταινία «Παραγγελιά» (με τον Αντώνη Αντωνίου).

1996. Αποφυλακίστηκε από τις Φυλακές Πατρών.

Ο χυλός της εβδομάδας


Ο σημερινός Νίκος Κοεμτζής δεν έχει σχέση με την παρανομία, ζει με μόνη παρέα μια τηλεόραση, κυρίως από τις πωλήσεις του βιβλίου του. Τι τρώει; «Πηγαίνω στη λαϊκή και αγοράζω λάχανα, κουνουπίδια, μπρόκολα, μελιτζάνες, πατάτες. Τα βάζω όλα σε μια μεγάλη κατσαρόλα και τα κάνω χυλό. Από εκεί τρώω για μία βδομάδα κάθε μέρα το ίδιο», εκμυστηρεύθηκε στον Γιώργο Λιάνη. Ο οποίος συμπληρώνει: «Παρακολουθώ δέκα χρόνια τη μεγάλη προσπάθεια του Κοεμτζή να σταθεί όρθιος. Την παρακολουθώ μαζί με λίγους φίλους. Τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Παύλο Τσίμα. Στόχος της κοινής μας παρουσίας στον Ιανό είναι ένας και μόνος. Να πουλήσει αυτός ο άνθρωπος λίγα περισσότερα βιβλία του, για να βγάλει τα προς το ζην. Και επιτέλους να του δοθεί μια άδεια μικροπωλητή. Για να πάψουν τα κυνηγητά».