Διαβάζοντας τα χείλη των άλλων και πολλά βιβλία διέσχισα σταδιακά τα γλωσσικά σύνορα που με χώριζαν από τον κόσμο των ακουόντων. Έφτασα στο σημείο όχι μόνο να καταλαβαίνω τι μου λένε, να μιλώ, να γράφω ποίηση. Μάλιστα όχι απλά να γράφω ποίηση αλλά και να επιμένω κυρίως στην παραδοσιακή-ομοιοκατάληκτη ποίηση. Για να αναπληρώσω ίσως το αίσθημα της μουσικής και της αρμονίας, όπως τη θυμόμουν από τα μικράτα μου. Διαβάζω πολύ και όλους τους ποιητές. Κυρίως τους παραδοσιακούς μας ποιητές. Διαβάζω και όσους γράφουν σήμερα και περισσότερο όσους χρησιμοποιούν μέτρο και ομοιοκαταληξία. Όταν ήμουν μικρότερη οι γονείς και ο αδερφός μου, κι αργότερα ο άντρας μου, έγραφαν για μένα τους στίχους που δεν καταλάβαινα και μου τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια, ώστε να μη χάνω την επαφή μου με τη μουσική. Στη συνέχεια, αναζήτησα μόνη μου στο Ίντερνετ τους στίχους και άλλων τραγουδιών. Όταν βλέπω τους στίχους ενός καινούργιου τραγουδιού, μπορώ και φαντάζομαι τον ρυθμό και τη μελωδία του, επειδή τελικά η αίσθηση του ρυθμού και της μελωδίας βρίσκεται μέσα μας, αποθηκευμένη στα κατάλληλα εγκεφαλικά κέντρα, και μπορεί και αφυπνίζεται σε όσους έχουν ακουστική μνήμη…
«Αν-επίκαιρα ποιήματα»
Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή, με τίτλο «Αν-επίκαιρα ποιήματα». Το πρώτο ποίημα της συλλογής, που είναι εισαγωγικό και με το οποίο προσπαθώ να συστηθώ στους αναγνώστες έχει τον τίτλο: « Γραπτό μήνυμα μιας κουφής ». Μέσα από αυτή τη συλλογή πιστεύω πως από την πλευρά μου έκανα ό,τι μπορούσα για να διασχίσω τα γλωσσικά και άλλα σύνορα που υπάρχουν ακόμη ανάμεσα σε «εμάς», τους πολίτες με κάποια αναπηρία, και «εσάς». Ένας διαχωρισμός που ελπίζω ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα πάψει να υφίσταται.
Κάτι τελευταίο. Κάποιοι φίλοι μου είχαν μελοποιήσει ένα ποίημά μου και το τραγουδούσαν, συνοδεία κιθάρας. Μου είχαν πει τότε πως λυπούνται που δεν μπορώ να τους ακούσω. Τους είχα τότε απαντήσει πως η μελωδία βρίσκεται στο μυαλό μας. Πως την έχω ακούσει ήδη από καιρό…