Ο καθηγητής John Η. Dunning θεωρείται από τους κορυφαίους ερευνητές σε όλο τον
κόσμο, στον τομέα των διεθνών άμεσων επενδύσεων και των πολυεθνικών
επιχειρήσεων. Πολυγραφότατος, από τη δεκαετία του 1950, έχει συγγράψει και
επιμεληθεί γύρω στα 35 βιβλία. Ο John Η. Dunning είναι καθηγητής στα
Πανεπιστήμια του Reading (Βρετανία) και του New Jersey (ΗΠΑ), επισκέπτης
καθηγητής σε πολλά άλλα Πανεπιστήμια και επίτιμος καθηγητής ή με διδακτορικά
επί τιμή από τα Πανεπιστήμια της Ουψάλα (Σουηδία), της Μαδρίτης (Ισπανία), της
Αμβέρσας (Βέλγιο) και του Πεκίνου (Κίνα). Επίσης, εργάζεται ως πρώτος
οικονομικός σύμβουλος και επικεφαλής ομάδας συμβούλων στην UNCTAD - Οργανισμός
Ηνωμένων Εθνών για τη Συνεργασία, το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (Γενεύη) - και
ως Chairman της συμβουλευτικής εταιρείας Economists Advisory Group Ltd.
(Λονδίνο). Το 1992 εξεδόθη ένας τόμος προς τιμήν του, με συμμετοχές από
πολλούς διακεκριμένους επιστήμονες.


Πιστεύει ότι ο μικρός αριθμός ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα είναι, εν μέρει,
γεωγραφικό πρόβλημα και, εν μέρει επίσης, ζήτημα πόρων, δυνατοτήτων και
θεσμών. Το στοιχείο εκείνο που αποθαρρύνει τις επενδύσεις, είναι αυτό που ο
καθηγητής Dunning ορίζει ως «θεσμικές ανεπάρκειες» σε μια χώρα. Θεωρεί ότι
στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτά τα μειονεκτήματα αντιστάθμισαν, δυστυχώς, τα
πολλά τοπικά πλεονεκτήματά της.


Γιατί είναι τόσο σημαντικοί οι ξένοι επενδυτές και γιατί ενδιαφερόμαστε
τόσο πολύ για τις αποφάσεις τους;


Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις είναι σήμερα οι κύριοι δημιουργοί και η «αποθήκη»
του ανεπτυγμένου ανθρώπινου κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών
μάνατζμεντ και των οργανωτικών δομών. Με εξαίρεση τον γεωργικό κλάδο και την
εξόρυξη (αλλά όχι και το πετρέλαιο), οι πολυεθνικές ελέγχουν τα 2/3 του
διεθνούς εμπορίου και προσφέρουν πρόσβαση σε έναν τεράστιο αριθμό χωρών. Δεν
αποτελεί έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι, καθώς οι πολυεθνικές προσπαθούν να
αναβαθμίσουν την ανταγωνιστικότητά τους και τον ρόλο τους στη διεθνή αγορά,
σχεδόν κάθε ανοικτή οικονομία - συμπεριλαμβανομένων των πιο αναπτυγμένων, όπως
π.χ. η Αμερικανική - επιθυμεί να προσελκύσει ΑΞΕ. Ιδιαίτερα οι αναδυόμενες
οικονομίες επιθυμούν να αναπτύξουν τις δικές τους πολυεθνικές επιχειρήσεις,
τόσο για να εκμεταλλευθούν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα όσο και για να
αναβαθμίσουν τις τεχνολογικές και διοικητικές τους δυνατότητες, καθώς και τις
δυνατότητες μάρκετινγκ. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι και πάλι η Κίνα, της
οποίας το απόθεμα ξένου κεφαλαίου αυξήθηκε σχεδόν τρεις φορές κατά τη δεκαετία
που τελείωσε το 2004.


Δεδομένης αυτής της σπουδαιότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων, τι δείχνουν
οι τάσεις για την ευημερία και τις οικονομικές αλλαγές των χωρών;


Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις παίζουν σπουδαίο ρόλο, τόσο στην παγκόσμια
οικονομία όσο και στην οικονομία των ανεπτυγμένων και αναπτυσσομένων χωρών.
Για παράδειγμα, το 1980, το εσωτερικό και εξωτερικό απόθεμα ξένου κεφαλαίου
των ανεπτυγμένων χωρών ήταν 11% ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ των αναπτυσσομένων
χωρών ήταν 6%. Τα αντίστοιχα στοιχεία για το 1995 ήταν 20% και 18%, και για το
2004 48% και 39%. H επιστημονική βιβλιογραφία συμφωνεί πως, δεδομένου τού ότι
οι θεσμοί και οι οικονομικές πολιτικές των χωρών προέλευσης και των χωρών
υποδοχής υποστηρίζουν την αποτελεσματική και δίκαιη οικονομική ανάπτυξη, οι
ΑΞΕ και οι ΠΕ μπορούν να παίξουν έναν σημαντικά θετικό ρόλο. Αλλά, όπως έχει
συμβεί στο παρελθόν, και συμβαίνει και σήμερα, σε καθεστώτα που η κυβερνητική
δομή και οι μακροοικονομικές και μικροδιοικητικές πολιτικές δεν συνηγορούν
στην προώθηση της οικονομικής ευημερίας, οι ΑΞΕ και η πολυεθνική δραστηριότητα
δεν προσφέρουν τα πλεονεκτήματα που δύνανται να προσφέρουν.


Σχολιάστε μας τις τρέχουσες εξελίξεις με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και, κατά συνέπεια, την ελκυστικότητα των νέων κρατών-μελών για τους ξένους
επενδυτές. Τι επιπτώσεις θα υπάρξουν για τις χώρες του Νότου (Ισπανία,
Πορτογαλία, Ελλάδα);


Καθώς ο αριθμός των χωρών που εισχωρούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Ευρωπαϊκή
Ένωση) μεγαλώνει, αυξάνονται και οι ΑΞΕ και η πολυεθνική δραστηριότητα, τόσο
εσωτερικά όσο και διηπειρωτικά. Και, σε μεγάλο βαθμό, η δραστηριότητα αυτή
έχει βοηθήσει στην ανασυγκρότηση και την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας και
του συγκριτικού πλεονεκτήματος των κρατών-μελών. Θεωρώ ότι η προσχώρηση των
νέων χωρών θα εντείνει αυτές τις τάσεις. H έρευνα για τα αποτελέσματα της
ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Εσωτερικής Αγοράς δείχνει ότι, ενώ οι
δραστηριότητες χαμηλής ή μέσης αξίας είναι πιο διασκορπισμένες (προς όφελος
των χωρών του Νότου), η υψηλής αξίας δραστηριότητα - συμπεριλαμβανομένου του
ερευνητικού μέρους αυτής της δραστηριότητας - έχει συγκεντρωθεί στις πιο
πλούσιες βιομηχανικές χώρες, δηλαδή την Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.
Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, οπότε οι ευρωπαϊκές χώρες του Νότου
έγιναν πιο ανταγωνιστικές τεχνολογικά και διοικητικά, έχουν αρχίσει να
προσελκύουν ΑΞΕ υψηλότερης αξίας και θεωρώ ότι το ίδιο θα γίνει και με τα 10
νέα κράτη-μέλη.


Αν και πιστεύω ακράδαντα πως χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα
θα αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό από τις πρώην κεντρικά οργανωμένες οικονομίες
της Εσθονίας, της Σλοβενίας και της Πολωνίας αναφορικά με κάποιους τύπους ΑΞΕ,
ωστόσο θεωρώ ότι - ταυτοχρόνως - θα ωφεληθούν από τις αγορές αυτών των χωρών,
όσον αφορά τα προϊόντα στα οποία αυτές (σ.σ.: οι χώρες του Νότου) αναπτύσσουν
συγκριτικό πλεονέκτημα. Τέτοια προϊόντα περιλαμβάνουν διάφορες υπηρεσίες, όπως
είναι ο τουρισμός, υπολογιστικά λογισμικά προγράμματα και επιχειρηματικές
υπηρεσίες.


Γιατί δεν έρχονται στην Ελλάδα οι ξένοι επενδυτές; Ποια πολιτική πρέπει,
κατά τη γνώμη σας, να ακολουθήσουν οι ιθύνοντες, προκειμένου η Ελλάδα να
προσελκύσει ΑΞΕ / ΠΕ;


Εν μέρει, αυτό είναι γεωγραφικό πρόβλημα. Στο πλαίσιο της Ευρώπης η Ελλάδα
βρίσκεται στην περιφέρεια. Εν μέρει, επίσης, είναι θέμα πόρων, δυνατοτήτων και
θεσμών. Στην πρόσφατα εκδοθείσα Έκθεση για τη Διεθνή Ανταγωνιστικότητα του
World Economic Forum (Palgrave McMillan), η Ελλάδα κατατάσσεται 47η σε σύνολο
117 χωρών αλλά τελευταία μεταξύ των 25 ευρωπαϊκών χωρών. Σε ό,τι αφορά τον
δείκτη αποτελεσματικότητας (UNCTAD, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών για τη
Συνεργασία, το Εμπόριο και την Ανάπτυξη) για τις εισερχόμενες ΑΞΕ (Διεθνής
Έκθεση Επενδύσεων), η Ελλάδα κατετάγη ακόμη χαμηλότερα, 119η σε σύνολο 140
χωρών.


Στην ερώτηση, γιατί η Ελλάδα δεν είναι ελκυστική για τους ξένους επενδυτές,
ομάδα μερικών χιλιάδων επιχειρηματικών στελεχών ανέφερε ως αιτίες την
(εκλαμβανόμενη) αναποτελεσματικότητα της κυβερνητικής γραφειοκρατίας, τις
περιοριστικές εργασιακές ρυθμίσεις, την κεντρικά οργανωμένη οικονομική
πολιτική, τη μακροοικονομική αστάθεια και την υπερτιμημένη αποτελεσματική
συναλλαγματική ισοτιμία. Δυστυχώς, αυτά τα μειονεκτήματα - τα οποία αποτελούν
όλα θεσμικές ανεπάρκειες - αντιστάθμισαν τα πολλά τοπικά πλεονεκτήματα της
Ελλάδας, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με την ποιότητα του εθνικού
επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τις υποδομές στην επικοινωνία και τις
δυνατότητες για καινοτομίες.


Τι «μάθημα» μπορεί να πάρει η Ελλάδα από την ανάδειξη των πολυεθνικών
επιχειρήσεων του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου; Αποτελούν απειλή για την Ελλάδα ή
είναι προς το συμφέρον της η ανάπτυξή τους;


Δεν θεωρώ την ανάπτυξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων του Τρίτου Κόσμου ως μια
απειλή για την ανταγωνιστική θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια οικονομία. Τα
συγκεκριμένα πλεονεκτήματά τους είναι διαφορετικά από αυτά των Ελλήνων
επιχειρηματιών, όπως διαφορετικά είναι και τα τοπικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο,
πιστεύω ότι, για να αναβαθμίσουν τη θέση τους στις διεθνείς αγορές, οι
ελληνικές επιχειρήσεις καλό θα ήταν να εμπλακούν σε συμμαχίες με ξένες
επιχειρήσεις και να αυξήσουν τους πόρους και τις δυνατότητές τους με την
είσοδό τους σε διεθνή δίκτυα σχετικών (αλλά υψηλότερης αξίας) δραστηριοτήτων.


H παγκοσμιοποίηση «άνοιξε την πόρτα»



Ο καθηγητής Dunning είναι από τους πρώτους που μίλησαν για άμεσες ξένες
επενδύσεις και πολυεθνικές επιχειρήσεις. Του ζητήσαμε, λοιπόν, να μας δώσει
μια σύντομη περιγραφή της εξέλιξης των ΑΞΕ, από την εμφάνισή τους μέχρι
σήμερα:


«Όταν άρχισα να μελετώ την επίδραση των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) στην
οικονομική ευημερία των χωρών υποδοχής, στη δεκαετία του '50, ο κόσμος
απετελείτο από έναν μεγάλο αριθμό «ξεκομμένων» κρατών με περιορισμένες
εμπορικές σχέσεις. Οι περισσότερες από τις πολυεθνικές δραστηριότητες εκείνη
την εποχή σκόπευαν στο να ξεπεράσουν τα δασμολογικά και άλλα εμπόδια (π.χ. οι
ΑΞΕ της Βρετανίας στα ορυχεία και στα πλαστικά της Μαλαισίας).


Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση ενθαρρύνει τόσο την εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων
της διεθνούς κατανομής της εργασίας (άμεσες ξένες επενδύσεις που επιζητούν
αποτελεσματικότητα), όσο και την ανάπτυξη πολυεθνικής δραστηριότητας που
επιζητεί τη στρατηγική επέκταση των περιουσιακών της στοιχείων, ιδιαίτερα
μεταξύ των ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών.


Επιπλέον, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών έχουν
αναδειχθεί σε σημαντικούς ξένους επενδυτές, με πιο πρόσφατο το παράδειγμα της
Κίνας».