Κανένα σπίτι δεν έμεινε όρθιο στον μικρό Μυστρά της Παλιάς Χώρας με το

ερειπωμένο κάστρο στην κορυφή του λόφου. Μονάχα οι 35 εκκλησίες διατηρούνται,

κι αυτές ραγίζουν και πέφτουν – πρόσφατα ο Άγιος Δημήτριος στο κάστρο…

Στην εγκαταλελειμμένη Παλαιοχώρα της Αίγινας, τον Μικρό Μυστρά – όπως

επικρατεί να λέγεται η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Αίγινας από την οποία

σώζονται 35 εκκλησάκια και κανένα σπίτι – εορτάσθηκε το περασμένο Σάββατο η

σωτηρία ενός δίδυμου ναΰδριου της Αγίας Κυριακής – Ζωοδόχου Πηγής από την

εξαφάνιση.

Ήδη όμως η γιορτή για τη σωτηρία της εκκλησίας σκιάσθηκε από την πληροφορία

ότι άρχισε η κατάρρευση ενός άλλου μνημείου, του Αγίου Δημητρίου. Άμεσο

κίνδυνο παρουσιάζει ο Άγιος Ευθύμιος, ενώ ήδη προ πολλού έχουν καταρρεύσει

τέσσερα μνημεία: η Παναγία του Γιαννούλη, η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Αθανάσιος

και η Αγία Κρυφτή. Επίσης έχουν πέσει και όλες οι κινστέρνες (υπόγειες στέρνες

του κάστρου), εκτός από μία. Αυτά διαπίστωνε το 2000 ο αρχιτέκτων Μιχαήλ

Μαράς.

Από τον κατάλογο των ετοιμόρροπων εξαιρέσαμε δύο εκκλησίες που ήδη

αναστηλώθηκαν χάρη στις προσπάθειες της Ελληνικής Εταιρείας για την Προστασία

του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς που έδωσε χρήματα και

κινητοποίησε τους χορηγούς. Το Ίδρυμα Λεβέντη για την αποκατάσταση του Αγίου

Γεωργίου του Καθολικού και το Ίδρυμα Σ. Νιάρχος για το καθολικό της Μονής της

Αγίας Κυριακής. Οι θόλοι στερεώθηκαν αφού προηγουμένως σώθηκαν από βεβαία

καταστροφή οι τοιχογραφίες, οι οποίες αποκολλήθηκαν, αποκαταστάθηκαν τα

κονιάματά τους, στερεώθηκαν τα χρώματά τους και επανατοποθετήθηκαν από

άριστους εθελοντές συντηρητές, χωρίς όμως να προχωρήσουν σε περαιτέρω

εργασίες. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν την ύπαρξη και τρίτου κλίτους – ίσως πολύ

παλαιοτέρου.


Ο δίδυμος ναός της Αγίας Κυριακής – Ζωοδόχου Πηγής του 17ου αιώνα σώθηκε από

ολοκληρωτική κατάρρευση. Οι τοιχογραφίες του όμως χρειάζονται συντήρηση

Λίγες εκατοντάδες μέτρα χωρίζουν τη γιγαντιαία εκκλησία και τις καινούργιες

εγκαταστάσεις της Μονής του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα από την Παλαιοχώρα,

τον Μικρό Μυστρά της Αίγινας. Εκατοντάδες προσκυνητές απ’ όλον τον χριστιανικό

κόσμο επισκέπτονται καθημερινά την τεράστια εκκλησία και αφήνουν τον οβολό

τους, που χρησιμοποιείται για την ανέγερση ξενώνων και άλλων κτιρίων.

Δίπλα ακριβώς, τα 35 ναΰδρια της Παλαιοχώρας, της βυζαντινής

πρωτεύουσας της Αίγινας, δίνουν τη μάχη της επιβίωσης. Απλά και λιτά, μονόχωρα

συνήθως εκκλησάκια, με ξεφτισμένες τοιχογραφίες, ρηγματωμένα, με μόνο διάκοσμο

την λιγνή ομορφιά των αναλογιων τους και κάποια αρχαία ενσωματωμένα μάρμαρα,

στέκουν στο μέσον της ισοπεδωμένης πολιτείας με τα ερειπωμένα τείχη, τους

δρόμους, τις στέρνες και το κάστρο στην κορφή του κωνικού λόφου, απ’ όπου

ελέγχεις τη θέα του όλου του Σαρωνικού. Κάποτε ζούσαν εδώ τέσσερις χιλιάδες

άνθρωποι.

Αν ο Άγιος Νεκτάριος αποτελεί ένα μνημείο της σύγχρονης βυζαντινίζουσας

πολυτέλειας, με τα πολύχρωμα -εισαγόμενα- σκαλιστά μάρμαρα και τα καλύτερα

ξυλόγλυπτα, τα 35 εκκλησάκια της Παλαιοχώρας είναι φτιαγμένα από 100% ντόπια

υλικά: το αιγινήτικο πουρί, τα πήλινα κεραμίδια, τις σανιδένιες πόρτες.

H μελέτη παραμένει στο ψυγείο

Τα τελευταία χρόνια, παράλληλες προσπάθειες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της

Παναιγινίτικης Επιτροπής και ιδιωτών χορηγών έσωσαν δυο – τρία από αυτά.

Άρχισαν οι εργασίες για την αποκατάσταση των παλιών μονοπατιών, τον

ευπρεπισμό, τον καθαρισμό και τον υπομνηματισμό του χώρου, καθώς και η

προσωρινή στεγάνωση, η αποκατάσταση των εκκλησιών οι οποίες αποτυπώθηκαν

προκειμένου η αναστήλωσή τους να ενταχθεί στο Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.

Τα άμεσα σωστικά έργα άρχισαν, ο τόπος ξεχορταριάστηκε, η ένταξη της μελέτης

όμως στο Γ’ ΚΠΣ πάγωσε, όπως πάγωσαν όλα τα μεταολυμπιακά έργα της Αττικής.

Ενάμιση σχεδόν χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες παραμένει στο ψυγείο. H

Παλαιοχώρα γέμισε πάλι αγριόχορτα, ενώ οι ενδιαφερόμενοι συμπεριλαμβανομένου

και του Δήμου Αίγινας ψάχνονται, ενώ η ιδιωτική πρωτοβουλία πασχίζει να

περισώσει ό,τι κινδυνεύει άμεσα με κατάρρευση. Διότι, ως φαίνεται, ώσπου να τα

βρουν οι αρμόδιοι, να εκπονηθούν και να εγκριθούν νέες μελέτες, υπάρχει φόβος

ότι πολλά μνημεία θα έχουν χαθεί.