Μεγάλα σκάφη αναψυχής – τα λεγόμενα Mega Yachts – θα κάνουν την εμφάνισή τους

το προσεχές καλοκαίρι στον ελληνικό θαλάσσιο τουρισμό, ο ετήσιος τζίρος του

οποίου υπερβαίνει τα 300 εκατ. ευρώ

Πάνω από 150.000 Ευρωπαίοι περνούν ένα μέρος των διακοπών τους στο Αιγαίο, σε

ένα από τα χιλιάδες κότερα που νοικιάζουν οι εταιρείες οι οποίες

δραστηριοποιούνται στα σκάφη αναψυχής. Αντίθετα, οι Έλληνες λάτρεις τού

γιότινγκ δεν υπερβαίνουν τους 15.000, παρά το γεγονός ότι το ημερήσιο κόστος

ενός κότερου για μια ημερήσια κρουαζιέρα στο Αιγαίο δεν είναι απαγορευτικό:

Ανέρχεται σε 400 ευρώ για ένα σκάφος μέσης κατηγορίας που μπορεί να

φιλοξενήσει 8 άτομα.

Πάντως, και παρά τον μικρό αριθμό των Ελλήνων πελατών τους, οι οικονομικές

επιδόσεις των πάνω από 30 εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην αγορά των

σκαφών αναψυχής είναι καλές – και αυτό χάρη στους Γερμανούς, τους Γάλλους,

τους Ελβετούς και τους άλλους Βορειοευρωπαίους οπαδούς του γιότινγκ στις

ελληνικές θάλασσες.

Μεγάλα περιθώρια κέρδους

«Το γιότινγκ είναι μια αγορά με μεγάλα περιθώρια κέρδους, τα οποία σε

ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φθάσουν έως και το 90%», υποστηρίζει στέλεχος

μεγάλης εταιρείας, και το γεγονός αυτό είναι που εξασφαλίζει τόσο τη

βιωσιμότητα όσο και την κερδοφορία των μικρών και μεγάλων εταιρειών, αλλά

ακόμη και των προσωπικών που διαθέτουν ένα-δυο σκάφη.

Αν και ο κλάδος του γιότινγκ στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένος, τη «μερίδα

του λέοντος» αποσπούν τέσσερις-πέντε εταιρείες ελληνικών και ξένων

συμφερόντων. Από ελληνικής πλευράς, οι όμιλοι Κυριακούλη και Βερνίκου και η

Κόσμος Γιότινγκ βρίσκονται στις πρώτες θέσεις, όσον αφορά τον τζίρο, ενώ από

τις πολυεθνικές ξεχωρίζουν η αμερικανικών συμφερόντων Moorings και η Sunsail.

Σύμφωνα με έρευνα της ICAP, o κλάδος των σκαφών αναψυχής εμφανίστηκε πριν από

περίπου 30 χρόνια, αναπτύχθηκε με εξαιρετική δυναμικότητα και στηρίχθηκε σε

μικρές επιχειρήσεις, έως 20 σκαφών, στην πλειονότητά τους. Επιπλέον αυτών των

μικρών ή μικρομεσαίων επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται και μερικές μεγαλύτερες,

οι οποίες διαθέτουν είτε μεγαλύτερο αριθμό σκαφών είτε υψηλότερη

κεφαλαιοποίηση.

Τα Mega Yachts

Μέχρι σήμερα, στην ελληνική αγορά γιότινγκ κυριαρχούσαν τα μικρά και μεσαία

σκάφη, το μέγεθος των οποίων δεν ξεπερνούσε τα 22 μέτρα. Από την προσεχή

θερινή σεζόν, όμως (η οποία προβλέπεται να είναι καλύτερη από την

προηγούμενη), στον ελληνικό θαλάσσιο τουρισμό ετοιμάζονται να εισβάλουν και

μεγάλα σκάφη αναψυχής, τα λεγόμενα Mega Yachts. Πρόκειται για μία κατηγορία

σκαφών στην οποία το μικρότερο είναι μήκους 50 μέτρων και, σύμφωνα με στελέχη

της αγοράς, τα σκάφη αυτά έχουν μεγάλη ζήτηση, καθώς μπορούν να φιλοξενήσουν

πολλαπλάσιο αριθμό ατόμων και – φυσικά – να προσφέρουν πιο ποιοτικές

υπηρεσίες. Ο κορμός της πελατείας των σκαφών της κατηγορίας αυτής προέρχεται

από υψηλές εισοδηματικές τάξεις, χωρίς, ωστόσο, το κόστος να είναι

απαγορευτικό για χαμηλότερα εισοδήματα.

Τα σκάφη αυτά φέρνει στις ελληνικές θάλασσες η εταιρεία Privat Sea Yachting,

συμφερόντων του ομίλου Λάτση. H συγκεκριμένη εταιρεία διευρύνει την παρουσία

της στην αγορά θαλάσσιου τουρισμού και ειδικότερα στους τομείς της

διαχείρισης, ενοικίασης και πώλησης Mega Yachts θαλαμηγών. Όπως υποστηρίζουν ο

διευθύνων σύμβουλος κ. Χρήστος Λαζανάκης και ο γενικός διευθυντής κ. Μιχάλης

Σκουλικίδης, η εταιρεία φιλοδοξεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο και στη

διεθνή αγορά θαλάσσιου τουρισμού. H Privat Sea διαχειρίζεται 32 θαλαμηγούς,

διαθέτει γραφεία και υποκαταστήματα σε μεγάλες πόλεις, όπως είναι το Λονδίνο,

η Νέα Υόρκη και η Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, ενώ οι δραστηριότητές της θα

υποστηρίζονται από το ναυπηγείο της συγγενούς εταιρείας Ήφαιστος αλλά και από

τη μαρίνα του Φλοίσβου, την εκμετάλλευση της οποίας έχει αναλάβει

κοινοπρακτικό σχήμα στο οποίο συμμετέχει η Lamda Development.

H είσοδος των Mega Yatchts στην αγορά του θαλάσσιου τουρισμού δεν σημαίνει ότι

θα μειωθεί η πίτα των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην ενοικίαση και

εμπορία των μικρότερων σκαφών αναψυχής, υποστηρίζουν παράγοντες της αγοράς. Το

κομμάτι αυτό, ο τζίρος του οποίου υπερβαίνει τα 300 εκατ. ευρώ, θα συνεχίσει

να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του θαλάσσιου τουρισμού, καθώς οι τιμές του είναι

προσιτές και στα μικρά βαλάντια.

«Θα πάει καλύτερα»

Ο κ. Σταύρος Κυριακούλης, πρόεδρος μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες σκαφών

αναψυχής, υποστηρίζει ότι τα Mega Yachts σε καμία περίπτωση δεν θα

ανταγωνιστούν τα μικρότερα σκάφη αναψυχής. Εκτιμά, μάλιστα, ότι στα επόμενα

χρόνια, αρχής γενομένης από φέτος, ο θαλάσσιος τουρισμός θα πάει καλύτερα,

όπως άλλωστε δείχνουν και οι μέχρι στιγμής κρατήσεις. Σε αυτό θα βοηθήσει

σημαντικά η «νέα γενιά» των μαρινών, που και περισσότερα σκάφη μπορούν να

φιλοξενήσουν αλλά και οι υπηρεσίες που προσφέρουν δεν έχουν καμία σχέση με

αυτές του πρόσφατου παρελθόντος. Επισημαίνεται ότι ο όμιλος Κυριακούλη

διαχειρίζεται τις μαρίνες Γουβια στην Κέρκυρα, της Καλαμάτας και της Λευκάδας,

ενώ συμμετέχει και στην κοινοπραξία που διαχειρίζεται τη μαρίνα Ζέας.