|
|
|
|
Το «Mar adentro» («H θάλασσα μέσα μου») του Χιλιανο-Ισπανού Αλεχάντρο
Αμεναμπάρ περιγράφει με απόλυτη φυσικότητα και με ηρωισμό που ταιριάζει σ’
έναν Τσε Γκεβάρα το σημερινό στίγμα της ανθρώπινης κατάστασης. Το αίτημα δεν
είναι να επαναστατήσουμε, να εξεγερθούμε, αλλά να πεθάνουμε με το κεφάλι ψηλά!
Αφού δεν Ζούμε (με κεφαλαίο το «Z»), ε τότε ας αυτοκτονήσουμε! Παγώσατε; Κι
εγώ!
Ο πανούργος αυτός μικροσκοπικός κινηματογραφιστής, που από τα 25 του
χρόνια κατάφερε να εντυπωσιάσει το ζεύγος Τομ Κρουζ – Νικόλ Κίντμαν με
αποτέλεσμα ο μεν πρώτος να καπαρώσει για ριμέικ την ταινία «Vanilla sky» η δε
Κίντμαν να πρωταγωνιστήσει στο μεταφυσικό του θρίλερ «Οι άλλοι» (επίσης του
θανάτου), παγιδεύει συναισθηματικά τον θεατή με το αίτημα της ευθανασίας. Έτσι
με την αξιοποίηση μιας ιδιαιτερότητας, αλλά με στόχο μια γενικευμένη
πραγματικότητα, ξεπερνάει τα όρια του προσωπικού υπαρξισμού και της «κλινικής»
αυτοκτονίας, προκειμένου να περιγράψει την αντίθεση ανάμεσα στην υποκειμενική
«ζωή» και τον αντικειμενικό «θάνατο». Πρώτα όμως η ιστορία:
Ο Ραμόν Σαμπρέδο (Χαβιέρ Μπαρντέμ), από τα 25 του παράλυτος αλλά
εγκεφαλικά πνευματώδης, αστραφτερός και «ζωντανός», αποφασίζει να βάλει τέρμα
στην ζωή του, με τέτοιο τρόπο ώστε η δική του ευθανασία να αποτελέσει δημόσιο
παράδειγμα για ευρύτερη κοινωνική μίμηση και επιδοκιμασία. Όμως κανείς από
τους δικούς του δεν αποφασίζει να συνεργήσει σε μια τέτοια «εγκληματική» και
θρησκευτικά βλάσφημη πρακτική. Έτσι εκείνος καταφεύγει στην αλληλεγγύη μιας
περίπου ομοιοπαθούς με αυτόν δικηγόρου και έτσι αρχίζει ο σχεδιασμός μιας
μεγάλης ανατριχίλας. Πρώτα θα καταφύγει στα δικαστήρια ώστε να κοινοποιηθεί το
αίτημά του. Ύστερα θα πιει το δηλητήριο και στο τέλος, στα ελάχιστα λεπτά που
θα του μείνουν, θα κινηματογραφήσει τον επιθανάτιο ρόγχο του. Ο στόχος είναι
προφανής. H δημόσια προβολή αυτού του ντοκουμέντου που μοιάζει με ριάλιτι
σόου, θα σοκάρει, αλλά στη συνέχεια θα εξοικειώσει τον θεατή με την ιδέα ενός
λυτρωτικού, ευεργετικού θανάτου. Άλλωστε ελεύθεροι και στην αρχή και στο
φινάλε, γιατί όλα είναι μέσα στη ζωή!
H παγίδα που στήνει ο Αμεναμπάρ είναι διπλή. Επομένως, προσέξτε κι
εσείς με διπλή… προσοχή. Το πρώτο μέρος, η όψη των επιφαινομένων (εικόνων,
διαλόγων, ερμηνειών, σκηνοθεσίας), είναι τόσο ώριμα καμωμένη που μοιάζει σαν
σπάνιο δείγμα του λεγόμενου αφηγηματικού κινηματογράφου, της μεγάλης
«παραμυθίας», της χρυσής τομής, εκεί όπου συναντώνται η αφηγηματική, λαϊκή,
καθαρότητα με την καλλιτεχνική προοπτική. Χωρίς κανέναν δισταγμό, πιστεύω πως
αν η παραγωγή ήταν αμερικανική, τότε πέρα από κάθε αμφιβολία θα σάρωνε στα
επερχόμενα Όσκαρ. Δηλαδή: ιστορία δραματική και οριακή με ερμηνείες πρώτης
γραμμής!
|
| «H θάλασσα μέσα μου»: Χαβιέρ Μπαρντέμ, η πιο ζωντανή, χυμώδης ασώματος… κεφαλή!
|
Ακόμα καλύτερα. H επιδεξιότητα (κυρίως σεναριακή) του Αμεναμπάρ
έγκειται στα σλάλομ που κάνει ανάμεσα στις τυποποιημένες συνταγές,
αποφεύγοντας τις εύκολες μελοδραματικές λύσεις, τους αυτονόητους κλαυθμούς, τα
φτηνά χαρτομάντιλα και τα εκβιαστικά δάκρυα. Το συναίσθημα προέρχεται από τον
σαρκασμό, την ειρωνεία, το χιούμορ, τη μαγκιά, τη ζωτικότητα, ακόμα και την
αισιοδοξία αυτού του παράλυτου επαναστάτη. Στον θάνατο με σώας τα φρένας, με
επεξεργασμένη σκέψη, ακόμα και με… ηδονή. Ένα κεφάλι σαν γιγαντιαίος
αποχυμωτής ποίησης, έρωτα και σοφίας. Σαν ερωτεύσιμος αντάρτης που έχει
εκπορθήσει όλα τα κάστρα της ζωής και τώρα, για να ολοκληρωθεί, το μόνο που
του μένει είναι να κουρσέψει την καρδιά του Άδη. Έτσι οι δακρυγόνοι αδένες του
θεατή βρίσκονται σε διαρκή ομηρεία, αφού μέσα του δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με
την ιδέα ενός πλάσματος, τόσο γοητευτικού και αστραφτερού, που επιδιώκει τον
χαμό του. H λογική σε διαρκή αντιδικία με την καρδιά. Όπως λέει και το
αμερικανικό σλόγκαν «οι καλοί πεθαίνουν πρώτοι»!
Όμως η αόρατη, η απλησίαστη από το συναίσθημα, δεύτερη παγίδα του
Αμεναμπάρ είναι απίστευτα καταλυτική και μελαγχολική. Για να καταλάβετε δεν
έχετε παρά να συγκρίνετε αυτή εδώ την ασώματη κεφαλή του Χαβιέρ Μπαρντέμ με
την αντίστοιχη του Τίμοθι Μπότομς στον μνημειώδη αντιπολεμικό θρήνο του
Ντάλτον Τράμπο «Τζόνι πάρε τ’ όπλο σου». Σε αντίθεση με τη γλαφυρότητα και τον
πνευματώδη αυτοσαρκασμό του Μπαρντέμ, αυτό το κατακρεουργημένο θύμα της
πολεμικής μηχανής, χωρίς πρόσωπο, μάτια, στόμα, γλώσσα θέλει να ζει! Είναι
α-πρόσωπος, επειδή η περίπτωσή του είναι συλλογική. Είναι βουβός επειδή η
αληθινή Ιστορία δεν έχει ακόμα γραφτεί. Είναι όμως σκεπτόμενος γιατί η ελπίδα
ζει!
Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ακραίες, στο βάθος,
συμβολικές, παραδειγματικές, περιπτώσεις. Γιατί λοιπόν ο Ραμόν Σαμπέδρο θέλει
να πεθάνει; Ξεπερνάω την περιπτωσιολογία, γιατί ο κινηματογράφος δεν είναι
εφημερίδα. Ξεπερνάω την κλινική του ακινησία γιατί η σκέψη, το συγγραφικό του
ταλέντο και η ζωντάνια του αναιρούν επί της ουσίας την παραλυσία. Τότε; Μα
είναι φανερό. Ο Ραμόν – σε μια δεύτερη, βαθύτερη, ιδεολογική διάσταση – είναι
η συμπυκνωμένη προσωποποίηση μιας τόσο επίκαιρης και τόσο βιωμένης απ’ όλους
μας, καθημερινής, βασανιστικής σύγκρουσης. Ο Ραμόν, αυτός ο παράλυτος Ραμόν,
είναι ζωντανός. Οι άλλοι γύρω του είναι οι νεκροί! H σημερινή πραγματικότητα,
όπως αυτή ορίζεται ακόμα και μέσα στο ιδιωτικό του περιβάλλον, δηλητηριάζει το
οξυγόνο του, σκοτώνει τη ζωντάνια του, περιφρονεί τις απόψεις του, δεν εκτιμά
τις επιλογές του.
Οι ήρωες είναι εντελώς… γραφικοί
|
| Ο Χαβιέρ Μπαρντέμ δείχνει στον σκηνοθέτη Αλεχάντρο Αμεναμπάρ τον δρόμο προς τα Όσκαρ
|
Μοναδικά, «όρθια» πλάσματα σ’ αυτήν την ανατριχιαστική ιστορία είναι τρεις
παράλυτες (σωματικά ή ψυχικά) γυναίκες. H δικηγόρος, η κουνιάδα του και η
τελευταία, πλατωνική, σύντροφός του. Ο ασώματος Ραμόν είναι πηγή ζωής. Οι
αρτιμελείς (άνθρωποι και θεσμοί) είναι πηγή θανάτου. Πάει τελείωσε. Ο
Αμεναμπάρ είναι τόσο σαφής όσο… σαφές είναι το νεκροσέντονο που σκεπάζει το
ηδονικό σώμα αυτού του παιδαρά. Σ’ αυτά τα δίσεκτα χρόνια της χολέρας, κάθε
Ραμόν είναι περιττός. Σας το είπα. Κάποτε στον κινηματογράφο οι ήρωες πέθαιναν
για μια ιδέα. Σήμερα είναι εντελώς γραφικοί. Επομένως, η ευθανασία (δηλαδή η
αφάνεια, η σιωπή και η μοναξιά) είναι η μόνη, έντιμη, αντιστασιακή επιλογή.
Σκεπαστείτε με πολλές κουβέρτες για να μην παγώσετε από τον καταψύκτη: σήμερα
δεν έχουμε ανάγκη τους «ζωντανούς», αλλά μόνο τους «νεκρούς»!
Κουρελού για λίγο πάψε να χτυπάς!
|
|
Βγαίνοντας από το σοκ, έπιασα τον εαυτό μου να σκουπίζω τα μάτια μου και να
καθαρίζω τ’ αυτιά μου. H Όλγα Μαλέα, ένας από τους πιο οργανωμένους
κινηματογραφικούς εγκεφάλους αυτού του τόπου, κατάφερε το αδιανόητο. Να
πετάξει «Λουκουμάδες με μέλι» πάνω στην κουρελού της βιντεοκωμωδίας και του
αισθητικού αλαλούμ!
Και να το σχεδίαζε, τέτοιο πράγμα δεν θα το κατάφερνε. Ουδείς διασωθείς. Κάθε
τετραγωνικό του σελιλόιντ μεταποιημένο σε αγοραίο δείγμα μιας άγριας αρπαχτής.
Οι ηθοποιοί να βελάζουν, οι ρυθμοί να αργοπεθαίνουν, οι χώροι να βουλιάζουν,
οι ήρωες να περιφέρονται στα κουτουρού, οι καταστάσεις ασυνάρτητα να
μπαινοβγαίνουν και η φωτογραφία να χτυπάει την πένθιμη καμπάνα του αιώνιου,
του ’60, ελληνικού και επίπεδου νατουραλισμού. Απίστευτο. Στα όρια της
καλλιτεχνικής αυτοκτονίας.
|
| «Λουκουμάδες με μέλι»: Τηλε…τουρλουμπούκι με πρόσχημα παιδεραστία!
|
Τι ήθελε να κάνει; Στην καλύτερη περίπτωση να μιμηθεί τον βαλκανικό
σουρεαλισμό του Κουστουρίτσα. Δηλαδή αλαλούμ που προκύπτει από τις
υποκριτικές, συμβατικές σχέσεις του αρχοντοεπαρχιωτισμού. Όπου όλοι, με
πρώτους τους προκρίτους μιας κωμόπολης και φυσικά τη σύζυγο, ξέρουν πως ο
«θείος» είναι παιδεραστής, αλλά ποιούν την νήσσα, τουτέστιν το νεοελληνικό
«τουμπεκί ψιλοκομμένο». Όμως για να συμβεί αυτό και για να μην μπλεχτούν και
εκπέσουν οι γραμμές στο υπέδαφος της κουρελαρίας, έπρεπε το τιμόνι να το είχε
αναλάβει σκηνοθέτης επιπέδου Κουστουρίτσα. Έξυπνη σκέψη, λάθος επιλογή. Πώς να
το πω; Εξωτερικά το «Underground» μοιάζει σκέτη ασυναρτησία. Εσωτερικά είναι
υπόδειγμα οργάνωσης και λογικής. Όπως συμβαίνει στον μουσικό αυτοσχεδιασμό.
Καλός τζαζίστας είναι εκείνος που έχει διαβάσει, μελετήσει και προβάρει
περισσότερο από κάθε μουσικό συμφωνικής ορχήστρας. Άλλο Κοζάνη, άλλο Λωζάννη!
Τι άλλο ήθελε να κάνει; Στη χειρότερη περίπτωση μπαλαφάρα και φαρσοκωμωδία.
Όμως ούτε εδώ τα καταφέρνει. Γιατί όταν με το ένα μάτι αλληθωρίζεις προς την
κοινωνική σάτιρα και με το άλλο προς την αγοραία νεοελληνική χαλκομανία, τότε
τίποτα από τα δύο και κανέναν από τους δύο «πελάτες» δεν αφήνεις
ικανοποιημένο. Και για να τελειώνω, επειδή από τον «Οργασμό της αγελάδας» την
πιστεύω. Στη θέση της, μοναδική λύση είναι η επιστροφή. Απλότητα, καθαρότητα,
λιτότητα. Δηλαδή σοβαρή επεξεργασία χαρακτήρων, σιδερένια οργάνωση παραγωγής
και διακριτική σκηνοθεσία. Αλλιώτικα, όπως συμβαίνει και με το 99% των
φερόμενων κινηματο-κωμικογράφων της ελληνικής πραγματικότητας, η γνωστή ρήση
για μια ακόμα φορά θα επαληθευθεί: το χυδαίο φυγείν αδύνατον!
H αβάσταχτη ελαφρότητα του φελλού
|
|
Τώρα να είμαστε σοβαροί. Όποιος αντικαταστήσει τον Μάικλ Κέιν με τον Τζουντ Λο
δεν ξέρει για πού τραβάει και πού πηγαίνει. Εν ολίγοις, το πρώτο ημίωρο του
«Alfie» είναι απλώς αφρός, η δεύτερη ώρα απλώς βαρετός φελλός!
H διαφορά είναι ζήτημα στυλ. Το μεγάλο ατού του «Alfie», δηλαδή του Μάικλ Κέιν
του 1966, προέκυπτε από την κόντρα ανάμεσα στην εξωτερική, αόρατη «γοητεία»
του και στην εσωτερική κομψότητά του. Ένας εντελώς «απρόσωπος», διοπτροφόρος
τύπος σε ρόλο γοητευτικού αρσενικού φελλο-φαλλοκράτη. Ο γυναικείος πληθυσμός
στο κρεβάτι του με μοναδικό δέλεαρ αυτήν τη μυστηριώδη, την ανεξήγητη
διχοτόμηση ενός εραστή που δεν τον πιάνει το μάτι σου. Τόσο αδιάφορος
εξωτερικά, αλλά τόσο συναρπαστικός και αίλουρος εσωτερικά. Ο Άλφι του Μάικλ
Κέιν είναι το αρχέτυπο του είδους αρσενικού που γι’ αυτόν συνηθίζουν να λένε
τα θηλυκά «θα την πάθεις από εκεί που δεν το περιμένεις». Με απλά λόγια, η
γοητεία εκείνου του Άλφι δεν ήταν το άπειρο πλήθος των κατακτήσεων και ο
αρσενικός αφρός. Πάνω και πριν απ’ όλα, ήταν… ένας μύωψ στη θέση του
Καζανόβα. Ανήκουστο και πέρα ώς πέρα τολμηρό!
|
| «Alfie»: Ο Τζουντ Λο έτοιμος για.. δράση
|
Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, ο κάποιος Τσαρλς Σάιερ, υποκλινόμενος στον συρμό
της εποχής, «διορθώνει» με… μπότοξ τον Άλφι και στη θέση του «άσχημου» Μάικλ
Κέιν τοποθετεί τον «όμορφο» Τζουντ Λο. Μα, αγαπητέ μου, η λάμψη προκύπτει από
το ανάποδο, από την ανατροπή, από το διαφορετικό και ουχί από το προφανές, το
προβλεπόμενο και το συμβατικό. Και όμως, όσο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο το
βλέπω. Πως ακόμα και σ’ αυτό τον κινηματογραφικό αφρό, όπου ένας οδηγός
πολυτελών αυτοκινήτων αλλάζει κρεβάτια με την ευκολία που αλλάζουμε πουκάμισα,
είναι αποτυπωμένη η διαφορά ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εποχές. Τότε
ρηξικέλευθα, σήμερα εντελώς συντηρητικά. Σαν να λέμε, ψιτ, κορίτσια ο
Μπάρκουλης!
A, να μην ξεχάσω. H μοναδική, γιγαντιαία σταγόνα χυμού που ραντίζει τον Τζουντ
Λο (και φυσικά την οθόνη) προέρχεται από μια εξηντάρα που τη λένε Σούζαν
Σάραντον. Μπροστά της όλες οι Μπάρμπι είναι απλώς ξανθά βαμμένα μαλλιά. Το
λένε και οι παππούδες μας. H γριά κότα έχει το ζουμί!
Τρυφερότητα, ασυναρτησία, αηδία
|
|
«Πηγαίνοντας στα τυφλά» του Γερμανού συγγραφέα και σκηνοθέτη Μπερντ
Ζάλινγκ: δύο τυφλά κορίτσια παραδίδουν μαθήματα ενόρασης, ενέργειας, χαράς,
χιούμορ, μαγκιάς και έρωτα. Εξαιρετικό χαρμάνι ντοκιμαντέρ με… υπόθεση. Οι
περισσότεροι χαρακτήρες είναι αληθινοί. Χαμηλοί τόνοι και χαριτωμένες
καταστάσεις από πλάσματα τόσο «ζωντανά» όσο είναι τα έξυπνα, αρτιμελή παιδιά.
Αξίζει την προσοχή σας!
|
|
«Χωρίς αναστολές» (Wicker park) του Πολ ΜακΓκίγκαν με πρωταγωνιστές τους
Τζος Χάρτνετ, Ρόουζ Μπερν, Μάθιου Λίλαρντ, Νταϊάν Κρούγκερ (η ωραία Ελένη):
όπως λέμε «μπέρδεψε τα μπούτια του». Μια γυναίκα εξαφανίζεται από τη ζωή του
ήρωα, εκείνος ξαναχτίζει τα κομμάτια του, αλλά παρ’ όλα αυτά η εξαφανισμένη
έχει στοιχειώσει την ψυχή του. Άλλοτε εδώ, άλλοτε εκεί. Χαμένος στη…
μετάφραση. Κρίμα το στυλ και τη σκηνοθεσία!
|
|
«Blade trinity» του κάποιου Ντέιβιντ Γκόγιερ. Ο Γουέσλι Σνάιπς επί 113
λεπτά να κόβει κεφάλια βαμπίρ και οι βαμπίρ να ρουφάνε αίμα. Αρχηγός των
βρικολάκων, ένας αρχιβαμπίρ από το Ιράκ. Υπόδειγμα εμετού. Ούτε να ουρήσεις
που λέει και ο λαός. Υπό κανονικές συνθήκες ο σκηνοθέτης με τους παραγωγούς
στα μπουντρούμια του Γκουαντάναμο και οι Άραβες… τρομοκράτες να αναπνέουν
αέρα ελευθερίας. Κίνδυνος για τη δημόσια υγεία!










