|
|
|
|
Μπορεί να φταίνε ο πήχυς, οι προσδοκίες, ο δεκάχρονος Γολγοθάς. Μπορεί να
φταίει το παρελθόν τού Βούλγαρη. Αυτή η σπάνια, η εξαιρετική ικανότητά του να
διαχειρίζεται χαμηλόφωνες, αισθηματικές κλίμακες. Μπορεί να φταίει αυτή η
αυτόματη σύγκριση με τις «Γέφυρες του Μάντισον» και τον «Τιτανικό». Ίδιο –
πάνω κάτω – θέμα, διαφορετικά και χαοτικά αποτελέσματα. Μπορεί να φταίνε όλα
αυτά. Όσο όμως και να το σκέφτηκα, όσες ποσότητες νερού και να έριξα στο κρασί
μου, το αποτέλεσμα ένα και το αυτό. Εξαιρετική ιδέα (όλα τα λεφτά του κόσμου),
αόρατο σενάριο, απρόσωπη σκηνοθεσία, χλωμή δραματουργία, γραφική του
ανθρώπινου περιβάλλοντος παρουσία. Αν σ’ αυτά τα στοιχειώδη προσθέσει κάποιος
το μονόχορδο γρατζούνισμα του Σπανουδάκη και το μικρομεσαίου επιπέδου ντεκόρ,
τότε «άνθρακας ο θησαυρός»!
Τα εξηγώ όσο μπορώ. Συναρπαστική, πιασάρικη, πολυδιάστατη ιδέα. Μπράβο
στην Καρυστιάνη, που τη συνέλαβε: Εκατό παρθένες του 1922 από Σαμοθράκη,
Θράκη, Ρωσία διασχίζουν με μισή καρδιά τον Ατλαντικό, με προορισμό το America
America και με τελική κατάληξη έναν άγνωστο γαμπρό. Μέχρις εδώ. Από εδώ και
κάτω, αρχίζει αυτό που λέμε σενάριο, δραματουργία, χαρακτήρες. Από εδώ και
κάτω, αρχίζει το… ναυάγιο. Προαναγγελθέν, αναπόφευκτο, μοιραίο και οριστικό.
Πρώτο, τι κάνουν οι νύφες στη διάρκεια του ταξιδιού; Κλαίνε τη μοίρα
τους, φωτογραφίζονται με τα νυφικά τους και μερικές εξ αυτών πέφτουν στα νύχια
κουστουμαρισμένου νταβατζή από τη Γεωργία! Προσπερνώ την ταυτοποίηση με την
επικαιρότητα και την ευκολία («ρωσική μαφία») και μπαίνω στο ψητό. Με την εξής
κραυγαλέα και αυτονόητη ερώτηση: Μα υπάρχει μεγαλύτερη και παρά φύση ασέλγεια,
μεγαλύτερο κακουργηματικό σκλαβοπάζαρο από την παράδοση αυτών των κοριτσιών σε
καμιά εκατοστή άγνωστους γαμπρούς; Αν αυτό το δεχθούμε ως κορυφαίο δείγμα
υποταγής και ανθρώπινης δουλείας (και πρέπει έλεος, η Ελληνίδα ψηφίζει από τη
δεκαετία του ’50), τότε ο εχθρός είναι «αλλού». Επομένως, η δραματική
σύγκρουση πρέπει να λάβει χώρα «αλλού» και, επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια
τυπική συνωμοσία. Όπως ακριβώς συμβαίνει επί των ημερών μας. Όπου πλοιοκτήτες
και πλοίαρχοι μεταφέρουν με σκυλοπνίχτες Αφγανούς, Πακιστανούς, Αφρικανούς με
προορισμό το Western dream. Πρώτη τρικυμία. Αντί για την ουσία, τα βέλη στο
κλισέ της ρωσικής μαφίας.
|
| «Νύφες». Στα λευκά έξω, στα μαύρα μέσα
|
Δεύτερο, τι κάνει η Νίκη (Βικτώρια Χαραλαμπίδου) κατά τη διάρκεια του
ταξιδιού; Κλαίει, φωτογραφίζεται, τρώει στο σαλόνι, κοντράρει τον νταβατζή και
ερωτεύεται έναν νεαρό φωτογράφο Αμερικανό. Ωραία. Κλασική ιδέα και τυπικό love
story. Πάμε παρακάτω. Από συστάσεως ανθρώπινου πολιτισμού, οποιαδήποτε ερωτική
ιστορία λειτουργεί και αναπτύσσεται πάνω σε αντιφάσεις. Στοιχειώδης κανόνας
δραματουργίας. Δηλαδή η Νίκη είναι νύφη, αλλά επειδή ξεσπιτώνεται αθέλητα και
βίαια μοιάζει με χήρα. Πρώτο λάθος. Το μικρότερο. Γιατί δεν μπορεί. H ελπίδα
ενός νέου κόσμου, της «γης της Επαγγελίας» και του American dream κάποια κρυφή
χορδή θα της «χτυπήσει». Κλαις, αλλά ταυτόχρονα χαμογελάς. Τέλος πάντων, χάριν
κουβέντας, το προσπερνάω για κάτι παραπάνω. Το μεγαλύτερο. Γιατί είναι
αδύνατον ο έρωτας, όσο βάρος και να κουβαλάς από το χωριό σου, να μην
«ανθίσει» το πρόσωπο, την καρδιά και την ψυχή σου. Αυτό κι αν είναι
στοιχειώδες. Δεύτερο κύμα… τρικυμίας. Αποτυπωμένο στα χαρακτηριστικά της
ερμηνεύτριας και της ερμηνείας. Με το ίδιο «τσεμπέρι» μπήκε με το ίδιο βγήκε.
Αγέλαστη, μαραμένη, τεθλιμμένη, μονοδιάστατη, αναλλοίωτη. Μα, καλά, δεν είδαν
«Τιτανικό»; Δεν πρόσεξαν τις εναλλαγές της δέσμιας με υποψήφιο πλούσιο γαμπρό,
Κέιτ Γουίνσλετ;
Τρίτο, τι κάνει το υπόλοιπο ανθρώπινο «προσωπικό»; Ο πλοίαρχος
(Δημήτρης Καταλειφός) ένστολος, κορδωμένος και κενός. Το ανθρώπινο ντεκόρ του
επίσημου γεύματος. Βάζο με στολή. H Ειρήνη Ιγγλέση να τσουγκρίζει το ποτήρι
της με την Αντρέα Φερεόλ και η Εβελίνα Παπούλια να χορεύει… τρελίτσες. Όλες
και όλοι, καρικατούρες και γραφικότητες. Ουδείς και ουδεμία σε κάποιο ρόλο
κάποιας ουσίας. A! ξέχασα τον Ντέμιαν Λούις. Όσο μονόχορδη η Χαραλαμπίδου,
άλλο τόσο κι αυτός. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δύο το ίδιο πρόσωπο.
Τρίτο κύμα… ναυάγιου. Δεν παίζουν, απλώς υπάρχουν. Στολίζουν τον
περιβάλλοντα χώρο.
Τέταρτο, ποια είναι η σύγκρουση, ποιο είναι το δράμα, δηλαδή τι ακριβώς
συμβαίνει εν πλω; Ελάχιστα, σχεδόν τίποτε. Απλώς, κάπου στη μέση της ταινίας η
Νίκη ερωτεύεται και ο Ρώσος νταβατζής «ψαρεύει». Κανένα σασπένς, καμία αγωνία.
H κυριότερη. Θα αθετήσει τον λόγο της προς τους γονείς της; Θα ακολουθήσει τον
χτύπο της καρδιάς της; Μπα, όλα από την αρχή προαναγγελθέντα,
προγραμματισμένα, προαποφασισμένα, προσυμφωνημένα, εγκλωβισμένα. Ούτε μισή
ελπίδα. Μπας και το κορίτσι αλλάξει γνώμη και λυγίσει. Πειστικό; Καθόλου.
Μπορεί πριν από έναν αιώνα, όχι τώρα. Θα μου πείτε, αφού συνέβαιναν, πρέπει με
συνέπεια η ιστορία να το ακολουθήσει. Λάθος. H ταινία απευθύνεται σε θεατές
του 21ου αιώνα. Επομένως, σεναριογράφος και σκηνοθέτης πρέπει να πείσουν τον
θεατή του Σήμερα, όχι τον παππού και τη γιαγιά μας. Ξαναρωτάω Μα, καλά, δεν
είδαν τον «Τιτανικό» του… αρχικαπιταλίστα Τζέιμς Κάμερον; Οξύμωρο, θα πείτε.
Λάθος, απλώς δραματουργικά επεξεργασμένο το ένα, μονοσήμαντο το άλλο. Να το
θέσω διαφορετικά. Απλώς, συγκρίνατε την ταξική διαφορετικότητα ανάμεσα στο
ανθρώπινο αμπάρι (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και το σαλόνι του «Τιτανικού» με τις
στρογγυλεμένες, θαμπές και σχεδόν ωραιοποιημένες επιφάνειες της κρουαζιέρας
των «Νυφών».
«Φλέγονται» τα αισθήματα
|
| Ο Παντελής Βούλγαρης, σκηνοθέτης της ταινίας «Νύφες»
|
Δεν μπορώ να καταλάβω με το πήγαιν’ έλα επί πέντε χρόνια του σεναρίου,
από Αθήνα σε Νέα Υόρκη, τι ακριβώς «διόρθωσαν», «βελτίωσαν» οι Αμερικανοί
παραγωγοί. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να πιστέψω ότι κανένα έμπειρο μάτι δεν
αντιλήφθηκε τη σεναριακή αδυναμία, τη δραματική απουσία και το έλλειμμα
κορυφώσεων και εναλλαγών σε μια τέτοια και εκ πρώτης όψεως κατακλυσμιαία
ιστορία. Και τέλος, ίσως είναι αλήθεια η εκτίμηση που θέλει τον Βούλγαρη να
μεγαλουργεί με μικρές ιστορίες, μικρούς χώρους, λίγα πρόσωπα και χαμηλούς
τόνους. Γιατί, πράγματι, τα τελευταία είκοσι λεπτά, όταν η Νίκη πατήσει το
πόδι της στην Αμερική και παντρευτεί, όταν κάποια στιγμή με άσπρα μαλλιά
ανοίξει το σεντούκι και τις φωτογραφίες ξαναδεί και θυμηθεί, τότε τα αισθήματα
φλέγονται, τα δάκρυα χύνονται και το ναυάγιο των δύο ωρών ξεπλένεται για τον
απλό θεατή. Και βάζω στοίχημα. Αυτά τα τελευταία κρίσιμα είκοσι λεπτά τις
αίθουσες θα γεμίσουν και τον Βούλγαρη θα λυτρώσουν από τον αμερικανικό
Γολγοθά!
Ο θάνατος του εμποράκου
|
|
Από την κάθοδο ενός αναμενόμενου θριάμβου («Νύφες») στην εκτόξευση μιας
αναμενόμενης μετριότητας. Με απλά λόγια, έτσι σταράτα και κοφτά: «H δολοφονία
του Ρίτσαρντ Νίξον», μέσα στις καλύτερες της χρονιάς!
Από πρώτη, επιπόλαιη, ματιά, το στόρι μοιάζει με προκήρυξη διαμαρτυρίας και
καταγγελίας. Ένας εμποράκος, ένας ασήμαντος πωλητής επίπλων, πέφτει από τη μια
απώλεια στην άλλη και στο τέλος με περίστροφο και αυτοσχέδιο μηχανισμό,
«απάγει» αεροπλάνο με στόχο να το καρφώσει στο Οβάλ Γραφείο και στον Ρίτσαρντ
Νίξον. Με δεύτερη ματιά, όμως, όλα αλλάζουν, μετασχηματίζονται και όλα
καταλήγουν στην αποσάθρωση του American dream. Ο «Θάνατος του εμποράκου» του
Μίλερ να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε μια λεπτή, αόρατη κλωστή. Από τη
λογική στην τρέλα, από την κοινωνική συνθήκη στην ανατροπή, από το συλλογικό
στην ατομική μοναξιά και από τη συμφιλίωση στην αδιέξοδη, αυτοκτονική
εξέγερση. Απίστευτο.
Ο πρωτοεμφανιζόμενος Νιλς Μιούλερ μελέτησε, ανέπτυξε, σκάλισε, βάθυνε και
οικοδόμησε τον χαρακτήρα του εμποράκου του όσο κανένας άλλος σκηνοθέτης τα
τελευταία χρόνια. Προσέξτε κατάδυση επιπέδου πρωταθλητών Ολυμπιακών Αγώνων. Ο
Σάμιουελ Μπάικ (Σον Πεν) μπαίνει με την στάμπα της αφέλειας και της παιδικής
αθωότητας και βγαίνει επαναστάτης χωρίς αιτία. Στην αρχή να πιστεύει στις
δημοκρατικές αρχές του αμερικανικού ονείρου. Ίσα δικαιώματα, ίσες ευκαιρίες.
Στη συνέχεια, η αφέλεια και η παιδικότητα να μεταμορφώνονται ανεπαίσθητα σε
απελπισία, αβάσταχτη μοναχικότητα και παράνοια. Όσο όλα και όλοι ακυρώνουν την
ουτοπία και τις ψευδαισθήσεις του και όσο μεταδίδονται ειδήσεις για το
Γουότεργκεϊτ και αποσπάσματα από εμφανίσεις του μεγαλοαπατεώνα Ρίτσαρντ Νίξον,
τόσο ο Σάμιουελ αισθάνεται προδομένος, εγκαταλειμμένος, περιφρονημένος. Έτσι,
το κοινωνικό πλαίσιο λειτουργεί αντιστικτικά με την ατομική ψυχολογία ενός
πλάσματος, που τα μόνα πράγματα που ζητάει είναι αλήθεια, οικογένεια και
έντιμη εργασία. H συνέχεια είναι ακόμη πιο απελπιστική.
|
| «H δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον». Σον Πεν, ο γίγας
|
Ο Σάμιουελ κόντρα στη φασιστίζουσα ιδεολογία του «Ταξιτζή» (αν και η περίπτωσή
του είναι η ανάποδη πλευρά της ταινίας του Σκορσέζε) εγκλωβίζεται, αιχμάλωτος
της ουτοπίας του. H «ασθένειά» του όμως δεν είναι εσωτερική, αλλά εντελώς
κοινωνική. Όλοι δίπλα του, για να επιβιώσουν, συμβιβάζονται με τους κανόνες
και συμφιλιώνονται με την πραγματικότητα. Έτσι, στα μάτια του, εκείνοι – και
όχι αυτός – είναι οι… τρελοί. Αντίθετα, εκείνος μέσα του ισορροπεί. Έντιμο
κόσμο τού υποσχέθηκαν, έντιμο κόσμο ψάχνει να βρει. Το αποτέλεσμα αυτής της
διάστασης, της διπλής διάστασης, ανάμεσα σε αυτόν και τους άλλους, αλλά και
ανάμεσα σε αυτόν και ολόκληρο τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, δημιουργεί μια
τεράστια μαύρη τρύπα. Επομένως, η απόφασή του να λυτρωθεί και ταυτόχρονα να
λυτρώσει, σκοτώνοντας τον ηγέτη αυτής της ανυπολόγιστης, της κατακλυσμιαίας
καταστροφής, είναι δραματουργικά τόσο φυσικό και λογικό όσο στα γουέστερν ήταν
η εξέγερση των φτωχών αγροτών ενάντια στους νταήδες και τους κουμπουροφόρους
των μεγαλοτσιφλικάδων. Εκεί, σ’ αυτό το σημείο, ο Σάμιουελ συναντά τη
μυθολογία του Χριστιανισμού και την αμερικανική ιδεολογία του ατομικού ήρωα.
Μόνος εναντίον όλων.
H κατάληξη είναι εξαιρετική. Γιατί, ενώ στο πρώτο επίπεδο η ιστορία είναι
προσπελάσιμη και απλή, στο δεύτερο είναι δυσβάστακτη και τρομακτική. Νάρκη η
οικογένεια, νάρκη η εργασία, νάρκη η κοινωνία, νάρκη η φιλία. Όλοι οι δρόμοι
κλειστοί. Ο εμποράκος μόνος, γυμνός, μικρός. Έστω, σου λέει, θα σκοτώσω. Και
συμβαίνει αμφισημία και… διπλό. Στην πιο βίαιη, ακραία, οριακή σκηνή, να
συνυπάρχουν όλα μαζί. Ο θάνατος του «Ζαπάτα», η έξοδος των «δύο ληστών»
(Ρέντφορντ με Νιούμαν), η απελπισία του Ινδιάνου στον «Μεγάλο δραπέτη» του
Πολόνσκι και μαζί με όλα αυτά τα ιδανικά, η… τρομοκρατία!
Με αυτό το τολμηρό, το θαρραλέο θέμα και με αυτήν την πολυεπίπεδη σκηνοθεσία,
ο Νιλς Μιούλερ έθεσε υποψηφιότητα για μεγάλα ρεκόρ. Κατάφερε να μετατρέψει το
αμερικανικό σύμπαν, ό,τι συνιστά τον σύγχρονο, καπιταλιστικό κόσμο, σε δράμα
δωματίου. Και το δράμα δωματίου να το εκτοξεύσει σε μια ιστορία ανείπωτης
κοινωνικής απελπισίας, τυφλής εξέγερσης και σταθερής τροχιάς προς τη φωλιά του
κούκου. Χωρίς, όμως, τον διαβολεμένο, υποκριτικό χορό του Σον Πεν, από την πιο
πειστική αφέλεια και αυθεντική τρυφερότητα μέχρι το ξέσπασμα και την
καταιγίδα, όλα θα έμεναν κλειστά χαρτιά. Με αυτήν την ερμηνεία εγκαθίσταται
μόνος, αδιαφιλονίκητος γίγας και θεός στην κορυφή του Ολύμπου. Ρολόι ακριβείας
οι ρυθμοί του, καζάνι ο ψυχισμός του, αλλεπάλληλες μάσκες το πρόσωπό του. Θα
σας το πω όπως ακόμη το ζω: H πιο συγκινητική και ταυτόχρονα ανατρεπτική
ταινία του American cinema και του American dream!
Επιστροφή στις ρίζες
|
|
Οι Κόεν, αν και μεγαλούργησαν ως μουσικοί δωματίου, αυτοχειριάζονται τώρα
ως διευθυντές συμφωνικής ορχήστρας. Το τίμημα που πληρώνουν είναι βαρύ.
Κέρδισαν Χόλιγουντ, έχασαν ελευθερία.
Πριν από μισό αιώνα, ένας δαιμόνιος και πνευματώδης φλεγματικός τύπος με το
όνομα Αλεξάντερ Μακέντρικ «κέντησε» μία από τις κορυφαίες μαύρες κωμωδίες της
βρετανικής σχολής με τον τίτλο «Ladykillers» ή, όπως προβλήθηκε εν Αθήναις, «H
συμμορία των πέντε». Ξεκαρδιστική ιστορία όπου πέντε κακοποιοί, με επικεφαλής
τον μοναδικό Άλεκ Γκίνες, νοικιάζουν δωμάτιο καλόκαρδης χήρας και κάνοντας πως
τάχα μου παίζουν μουσική, επιδίδονται στον σχεδιασμό γιγαντιαίας ληστείας. H
συνέχεια είναι άκρως υπόγεια και ξεκαρδιστική. H ληστεία πραγματοποιείται με
επιτυχία, τα φράγκα καταφθάνουν στο δωμάτιο, αλλά η μία (λεπτή) γκάφα
διαδέχεται την άλλη και η αθώα, αγαθή και ανυποψίαστη κυρία ξεφορτώνεται…
ερήμην της τους καλούς κυρίους μουσικούς!
|
| «Ladykillers: H συμμορία των πέντε». Λίγη κομψότητα δεν κάνει κακό
|
Αυτά, τότε. Έμειναν, έγραψαν, εντυπωσίασαν. Ύστερα από τόσα χρόνια η ίδια
ιστορία, χωρίς τον Μακέντρικ, τον Γκίνες, την κομψότητα, το λεπτό χιούμορ, την
πρωτοτυπία και την υπόγεια υγρασία, μετακομίζει στον Αμερικανικό Νότο με
αποσκευές άφθονο θόρυβο, άφθονες μούτες, άφθονη γραφικότητα. Ουδεμία σχέση.
Απλώς ως κωμωδία με ελάχιστες ευρηματικές σκηνές, όπου η κατάληξη είναι τόσο
σχηματική όσο ο τίτλος «Ηλίθιος και πανηλίθιος». Κρίμα το όνομα, κρίμα ο Τομ
Χανκς, κρίμα το γκόσπελ, κρίμα η μαύρη γριά. Goodbye παιδιά!
Ο Σρεκ και οι άλλοι
|
|
«Σρεκ 2» Κινούμενα σχέδια με φωνές Μάικ Μάγιερς (το… τέρας), Έντι Μέρφι
(το γαϊδούρι), Αντόνιο Μπαντέρας (παπουτσωμένος γάτος), Κάμερον Ντίαζ
(πριγκίπισσα), Ρούπερτ Έβερετ (ο ωραίος ξανθοτρίχας). Απρόβλεπτα ψυχαγωγικό
όσο και το πρώτο, το καλό. Χορογραφημένο, μοντέρνο, έξυπνο, απολαυστικό.
|
| «Σρεκ 2». Το τέρας είναι εδώ, ρωμαλέο, δυνατό
|
H καλύτερη διασκεδαστική επιλογή της εβδομάδας. Μόνο με τις αυθεντικές φωνές,
χωρίς μεταγλωττισμένες, ελληνικές… απομυθοποιήσεις!
|
|
«Σιρκλίν» – «H χώρα των πουλιών» Κινούμενα σχέδια από τη Δανία και τον
(άγνωστο σε μας) Γιάνικ Χάστρουπ. Ιδιαίτερο σκίτσο, εμπνευσμένο από θρυλικά
ονόματα Τζαζ (Μπίλι Χαλιντέι, Αρτ Τατούμ, Ντίζι Γκιλέσπι κ.ά.).
|
|
«Resident evil: Αποκάλυψη» Εμετικός εφιάλτης του κάποιου Αλεξάντερ Γουίτ
με τη Μίλα Γιόβοβιτς να πυροβολεί ακατάπαυστα άλιεν και ζόμπι. Απέχω για να
αντέχω!
Τα Oscar της εβδομάδας
Καλύτερης ταινίας: «H δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον»
Σκηνοθεσίας: Νιλς Μιούλερ του… Νίξον
Ερμηνείας: Ο… δολοφόνος Σον Πεν
Ιδέας: «Νύφες»
Αμηχανίας: «Νύφες»
Θορύβου: «Ladykillers»
Γκριμάτσας: Τομ Χανκς… ladykiller
Ψυχαγωγίας: «Σρεκ 2»
Τζαζ: «H χώρα των πουλιών»
Εμετού: «Resident evil: Αποκάλυψη»











