|
|
|
| Νεαρός Βουσμάνος της Μποτσουάνα. Οι Βουσμάνοι τρέμουν και μόνο στην ιδέα ξεσπάσματος βίας μέσα στην κοινότητα. Ακόμη και η λεκτική βία τούς κάνει να αισθάνονται πολύ άβολα
|
Οι φυλές των Βουσμάνων Γκάνα και Γκούι ζούσαν στην Έρημο Καλαχάρι εδώ και
20.000 χρόνια. Τώρα η περιοχή τους έχει μετονομαστεί σε Εθνικό Δρυμό και
ελέγχεται από την κυβέρνηση της Μποτσουάνας. Από το 1980, όταν ανακαλύφθηκαν
κοιτάσματα διαμαντιών στην περιοχή, η κατάσταση επιδεινώθηκε. H εταιρεία
Debswana, που ελέγχει την εξόρυξη και εμπορία διαμαντιών της χώρας, είναι
κοινοπραξία της κυβέρνησης της Μποτσουάνας και της εταιρείας De Beers, με
πολλά διοικητικά στελέχη της να κατέχουν παράλληλα υψηλές κυβερνητικές θέσεις.
Από το 1996 άρχισαν να δημιουργούνται νέα ορυχεία σε απόσταση αναπνοής από
πολλούς οικισμούς Βουσμάνων. H βίαιη εκδίωξη των ιθαγενών, που είχε αρχίσει
από το 1980, συνεχίστηκε. Ακόμη περισσότεροι γηγενείς αναγκάστηκαν να φύγουν
ύστερα από τη θέσπιση αυστηρών περιορισμών για το κυνήγι και τη ρύπανση των
πηγαδιών τους. Μέχρι το 1998, περίπου το ένα τρίτο των Βουσμάνων που ζει στο
Καλαχάρι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να εγκατασταθούν σε
νέους κρατικούς οικισμούς.
Αν και δεν έχει ξεκινήσει ακόμα η βιομηχανική εκμετάλλευση των διαμαντιών της
περιοχής, αυτήν τη στιγμή σχεδόν ολόκληρη η έρημος Καλαχάρι ερευνάται για την
εύρεση νέων κοιτασμάτων. H τακτική της εταιρείας De Beers, η οποία θέλει να
κρατά την τιμή των διαμαντιών ψηλά περιορίζοντας την προσφορά τους, είναι να
καθυστερήσει για ένα χρονικό διάστημα την εξόρυξη. Όσο όμως μειώνεται ο
αριθμός των ιθαγενών που διαμένουν στην περιοχή τόσο αυξάνεται η προοπτική
έναρξης εργασιών στα μεταλλεία. Όταν τα αποθέματα των τριών ορυχείων
διαμαντιών που λειτουργούν στη χώρα εξαντληθούν, τότε η κυβέρνηση, έχοντας
εξασφαλίσει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας στις νέες περιοχές, θα αρχίσει την
εξόρυξη χωρίς να φοβάται τις διεκδικήσεις των Βουσμάνων.
Οι Βουσμάνοι είναι μικρόσωμοι κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες που ζουν
διασκορπισμένοι σε χώρες την Νοτίου Αφρικής, στην ευρύτερη περιοχή της Ερήμου
Καλαχάρι (Αγκόλα, Ναμίμπια, Μποτσουάνα και Νότιο Αφρική). Είναι οι παλαιότεροι
κάτοικοι της Νοτίου Αφρικής και ο συνολικός πληθυσμός τους υπολογίζεται σήμερα
περίπου στους 100.000 ανθρώπους. Διαφορετικές ομάδες Βουσμάνων μιλούν
διαφορετικές γλώσσες, αλλά όλες οι γλώσσες έχουν ως βάση τους ήχους «κλικ». Αν
και οι ίδιοι δεν έχουν κάποια ονομασία για να αυτοχαρακτηρίζονται, είναι
ευρέως γνωστοί ως Βουσμάνοι, Σαν και Μπασάρουα. Κυνηγούσαν με μικρά
δηλητηριώδη βέλη και είχαν ειδικευθεί στην εύρεση νερού στις ερημικές
περιοχές. Μοιράζονταν όλα τους τα υπάρχοντα και ήταν πολύ φιλήσυχοι. Οι
Βουσμάνοι τρέμουν και μόνο στην ιδέα ξεσπάσματος βίας μέσα στην κοινότητα.
Πιστεύουν στον αυτοέλεγχο και τον χρησιμοποιούν για να αποφύγουν συγκρούσεις
με άλλα μέλη, ενώ ακόμη και η λεκτική βία τούς κάνει να αισθάνονται πολύ
άβολα.
H απέχθεια των Βουσμάνων στην ένταση και τη βιαιότητα τούς έκανε ιδιαίτερα
ευάλωτους απέναντι στις αυστηρότερα οργανωμένες ομάδες. Πριν από περίπου1.500
χρόνια άλλες φυλές που εξέτρεφαν κοπάδια ζώων, όπως οι Μπαντού, εισέβαλαν στην
περιοχή. Αργότερα τους ακολούθησαν λευκοί έποικοι, οι οποίοι δεν συνάντησαν
καμία αντίσταση από τους φιλήσυχους Βουσμάνους. H κατάστασή τους βέβαια
διαφέρει από χώρα σε χώρα, με ακραία παραδείγματα τη Νότιο Αφρική, που τους
έχει αναγνωρίσει έγγεια δικαιώματα και την Μποτσουάνα, όπου ακόμη διώκονται. Ο
νυν πρόεδρος της χώρας Φέστους Μόγκε δίνει το στίγμα: Παραξενεύομαι για τη
στάση των ιθαγενών Σαν. Τους ενθαρρύνουμε να απομακρυνθούν από το Πάρκο
Αναψυχής του Καλαχάρι για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, γιατί τόσο το κυνήγι όσο
και οι αγροκαλλιέργειες του παρελθόντος είναι ασυμβίβαστες με τη δομή του
Πάρκου και, δεύτερον, γιατί η μετατόπισή τους σε άλλες περιοχές θα δώσει σε
αυτούς και τα παιδιά τους νέες ευκαιρίες…
Μασάι, στην Τανζανία και την Κένυα
H φυλή που έγινε τουριστικό αξιοθέατο
|
| Νεαρός Μασάι φυσάει κέρατο αντιλόπης, γιορτάζοντας την ενηλικίωσή του
|
Το 1986, ο Μιχάλης Μοδινός έγραφε στο πρωτοποριακό βιβλίο του «Μύθοι της
Ανάπτυξης στους Τροπικούς»: «H δημιουργία των εθνικών πάρκων έχει επιδράσει
αισθητά τον πληθυσμό των Μασάι, καθώς ο τουρισμός έχει γίνει η κατ’ εξοχήν
βιομηχανία της Κένυας. Τα μεγάλα εθνικά πάρκα περιορίζουν τις μετακινήσεις
τους και τους μετατρέπουν σε τουριστικό αξιοθέατο. Εδώ δεν πρόκειται πλέον για
μια θλιβερή πολιτισμική υποβάθμιση αλλά και για μια πλήρη διατάραξη των
οικολογικών ισορροπιών. Τα άγρια ζώα εξοντώνουν έμμεσα τους Μασάι, την κατ’
εξοχήν φυλή που ουδέποτε τα κατεδίωξε».
Δυστυχώς, το κείμενο παραμένει επίκαιρο. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι
Μασάι της Κένυας παραχώρησαν περισσότερο από τη μισή γη τους στους Άγγλους και
αυτή μετατράπηκε σε ιδιωτικά αγροκτήματα. Αργότερα, οι κυβερνήσεις της
Τανζανίας και της Κένυας χρησιμοποίησαν το επιχείρημα ότι οι Μασάι συντηρούν
περισσότερα ζώα από όσα η γη επιτρέπει και προσπάθησαν να τους
εκσυγχρονίσουν… H πατροπαράδοτη κοινοκτημοσύνη της γης δέχτηκε πλήγμα, είτε
μέσω επιβολής της οικονομίας των φυτειών είτε μέσω της υποδιαίρεσης
κοινόχρηστων περιοχών σε ιδιωτικά αγροτεμάχια. Το 1955 μια ομάδα Μασάι
αντάλλαξε τα εδαφικά της δικαιώματα στην περιοχή Σερενγκέτι με αντίστοιχα την
περιοχή Νγκορονγκόρο έπειτα από κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι θα μπορούσαν να
συνεχίσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους εκεί. Οι υποσχέσεις διαψεύστηκαν
αφού το 1975 οι νέοι κανονισμοί τούς επέβαλαν και νέους περιορισμούς. Το
Νγκορονγκόρο είναι το πιο γνωστό παράδειγμα προστατευόμενης περιοχής, στο
οποίο υπάρχει διαμάχη μεταξύ των ιθαγενών κατοίκων και των υπερασπιστών της
άγριας ζωής. Οι ιθαγενείς ζητούν να αναγνωρισθούν ως νόμιμοι ιδιοκτήτες της
περιοχής (βάσει συμφωνίας του 1955), και να συμμετάσχουν ενεργά στις
διαβουλεύσεις για τον τρόπο διαχείρισης και το μέλλον των πάρκων.
Οι Μασάι αριθμούν σήμερα 100.000 περίπου ανθρώπους, οι περισσότεροι εκ των
οποίων ζουν στην περιοχή της Μεγάλης Ρηξιγενούς Κοιλάδας στα σύνορα Κένυας και
Τανζανίας. Παλιά μονοπωλούσαν τις πεδιάδες της Ανατολικής Αφρικής και ήταν
γνωστοί ως νομάδες κτηνοτρόφοι βοοειδών και ως πολεμιστές. Σήμερα είναι
περιορισμένοι σε πολύ μικρότερη έκταση και είναι από τις γνωστότερες φυλές
στον δυτικό κόσμο γιατί μοιράζονται την περιοχή τους με μια πλουσιότατη
ποικιλία άγριας ζωής η οποία ελκύει πολλούς επισκέπτες. H χαρακτηριστική
ενδυμασία τους, τα όπλα και τα κοσμήματα από χάντρες είναι ευρέως γνωστά.
H κοινωνική και οικονομική ζωή των Μασάι επικεντρώνεται στην εκτροφή οικόσιτων
ζώων (βοοειδών, κατσικιών και προβάτων) τα οποία αποτελούν και τη βάση της
διατροφής τους, που συμπληρώνουν σε περίοδο ξηρασίας με αγροτικά προϊόντα που
προμηθεύονται από αγροτικούς οικισμούς ανταλλάσσοντάς τα με ζώα. H συνεχής
μετακίνηση προς αναζήτηση τροφής γίνεται με γνώμονα τις εποχές σε βοσκότοπους
όπου η χλωρίδα έχει είδη αναπτυχθεί. Αποφεύγουν την υπερβόσκηση και έτσι η γη
ανανεώνεται, ώστε να παραμένει πάντα απόθεμα βοσκής και να μην εξαντλείται η
τροφή των ζώων, στη διάρκεια όλων των εποχών. H εξασφάλιση της ισορροπίας
μεταξύ διαθέσιμης βοσκής, πληθυσμού ζώων και ανθρώπων είναι καθοριστική για τη
βιωσιμότητα των Μασάι, ενώ στις συνηθισμένες στάσιμες κτηνοτροφικές μονάδες
σκοπός είναι η μεγιστοποίηση του αριθμού των ζώων και του κέρδους.
Στις κοινότητες των Μασάι επικρατεί ισότητα μελών και κοινοκτημοσύνη, ενώ από
τη μικρή ηλικία ο ρόλος των ανδρών διαφοροποιείται από αυτόν των γυναικών. Τα
νέα αγόρια βόσκουν τα ζώα ενώ τα κορίτσια δουλεύουν για τις ανάγκες του
σπιτιού, μαγειρεύουν, αρμέγουν κ.ά. Στην ηλικία των 16 γίνεται περιτομή στα
αγόρια και κλειτοριδεκτομή στα κορίτσια πριν προχωρήσουν στην επόμενη ηλικιακή
βαθμίδα, όπου οι άντρες γίνονται πολεμιστές και οι γυναίκες παντρεύονται. Οι
πολεμιστές ανεβαίνουν ηλικιακή ομάδα μετά από ειδική εορταστική τελετή και
γίνονται πλέον μέλη της ομάδας των γεροντότερων της φυλής. Αυτοί έχουν καθήκον
να επιβλέπουν και να διασφαλίζουν ειρηνικές σχέσεις ανάμεσα σε όλες τις
ηλικιακές ομάδες.
Ογκόνι, στο Δέλτα του Νίγηρα
Πόλεμος για το πετρέλαιο
|
| H πλουτοπαραγωγική βιομηχανία εξόρυξης πετρελαίου έχει ισοπεδωτικές συνέπειες για τους ιθαγενείς τού Δέλτα και το περιβάλλον τους
|
Οι Ογκόνι είναι μία από τις πολυάριθμες εθνικές ομάδες που κατοικούν στο Δέλτα
του Νίγηρα, στη Νότια Νιγηρία. Ο συνολικός πληθυσμός των αυτοχθόνων της
περιοχής του Δέλτα αριθμεί περίπου 20 εκατομμύρια ανθρώπους (λίγο λιγότερο από
το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού της χώρας). H περιοχή του Δέλτα έχει
πλούσιο υπέδαφος σε πετρέλαιο. H εξαγωγή πετρελαίου από τη Νιγηρία άρχισε το
1950 και καλύπτει τώρα το 98% των εξαγωγών της χώρας, με το 90% αυτών να
προέρχεται από την περιοχή του Δέλτα. Τις εξαγωγές πραγματοποιούν κυρίως 6
μεγάλες κοινοπραξίες της κρατικής εταιρείας Nigerian National Petroleum
Corporation (NNPC) με διάφορες πολυεθνικές εταιρείες, ενώ ηγεμονική είναι η
θέση της Shell, αφού καρπώνεται το 45-50% της συνολικής παραγωγής.
H πλουτοπαραγωγική
βιομηχανία εξόρυξης πετρελαίου έχει ισοπεδωτικές συνέπειες για τους ιθαγενείς
του Δέλτα και το περιβάλλον τους. Πολυάριθμες εκθέσεις μιλούν για
κακοδιατηρημένους αγωγούς μεταφοράς πετρελαίου, πολλαπλές διαρροές, εκτεταμένη
ρύπανση υδάτων, καταστροφή καλλιεργήσιμης γης, ενώ οι τοπικοί πληθυσμοί δεν
αποκομίζουν παρά ένα ελάχιστο μερίδιο από τα τεράστια οικονομικά κέρδη που
παράγονται στην περιοχή τους.
Πολιτικές διαμαρτυρίες
|
| Ο Κεν Σάρο Βίβα συνέδεσε την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση με τον αγώνα των Ογκόνι για δικαιώματα και ανεξαρτησία. Εκτελέστηκε το 1995
|
Οι καταστροφές στο περιβάλλον και η παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων έδωσαν
στους ιθαγενείς του Δέλτα το έναυσμα για να αρχίσουν πολιτικές διαμαρτυρίες.
Το Κίνημα για την Επιβίωση του Λαού των Ογκόνι (MOSOP), που αναδείχθηκε στη
δεκαετία του 1980, είναι μία από τις οργανώσεις που δημιουργήθηκαν με σκοπό
την υπεράσπιση των ιθαγενών. To MOSOP «πάλεψε» για τη συσπείρωση των 500.000
μελών της φυλής των Ογκόνι, διεκδίκησε αποζημιώσεις για τις καταστροφές που η
Shell προκάλεσε στη γη τους, πολιτική αυτονομία και το δικαίωμα να καρπώνονται
οι ίδιοι μέρος από τα κέρδη των πετρελαιοπηγών. Οι αυτόχθονες προχώρησαν σε
άμεσες δράσεις υψώνοντας οδοφράγματα, καταλαμβάνοντας εγκαταστάσεις άντλησης,
καταστρέφοντας πετρελαιαγωγούς και αναγκάζοντας τη Shell το 1993 να σταματήσει
τις λειτουργίες της στη γη των Ογκόνι.
Ο Κεν Σάρο Βίβα (Ken Saro Wiwa) υπήρξε δάσκαλος, συγγραφέας, ποιητής,
παραγωγός δημοφιλούς νιγηριανής κωμικής τηλεοπτικής σειράς και από τους πιο
διάσημους και αναγνωρισμένους ανθρώπους της Νιγηρίας. Ήταν ηγετικό μέλος της
φυλής Ογκόνι, ενεργό ηγετικό μέλος του κινήματος MOSOP, αποκήρυσσε την
οργανωμένη βία και υποστήριζε τους ειρηνικούς τρόπους διαμαρτυρίας. Προτάθηκε
για το Νόμπελ Ειρήνης και κέρδισε το Right Livelihood Award και το Goldman
Environmental Prize. Ήταν ο άνθρωπος που συνέδεσε την περιβαλλοντική
ευαισθητοποίηση με τον αγώνα των Ογκόνι για δικαιώματα και ανεξαρτησία.
Το 1994, ο Κεν Σάρο Βίβα και άλλοι οκτώ Ογκόνι, όλοι μέλη του MOSOP,
συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για τη δολοφονική επίθεση εναντίον πρώην ηγετών
του MOSOP και για την καθοδήγηση υποστηρικτών τους σε βίαιες μεθόδους
αντίδρασης εναντίον της κυβέρνησης και των εταιρειών εκμετάλλευσης πετρελαίου.
Τον Οκτώβριο του 1995, ένα νιγηριανό στρατοδικείο, κατευθυνόμενο από τη χούντα
του στρατηγού Αμπάσα, καταδίκασε σε θάνατο και τους εννέα αγωνιστές, έπειτα
από δίκη που χαρακτηρίσθηκε «νομική φάρσα». H εκτέλεση της ποινής επισπεύσθηκε
και οι εννιά κρεμάστηκαν στις 10 Νοεμβρίου του 1995.
H άδικη αυτή δολοφονία έγινε γνωστή σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδιαίτερα έπειτα από
τη συνεργασία της MOSOP με την Greenpeace. Εκστρατείες της Greenpeace έφεραν
στο προσκήνιο τον αγώνα των Ογκόνι, βάζοντας στο στόχαστρο τις ανήθικες
ενέργειες του κράτους και της Shell. H δολοφονία των εννιά ξεπέρασε τα σύνορα
της Νιγηρίας και έγινε διεθνές ζήτημα. H Shell κατηγορήθηκε ότι παρακίνησε και
ενίσχυσε οικονομικά την Αστυνομία προκειμένου να καταστείλει κάθε μορφή
διαμαρτυρίας ενάντια στις περιβαλλοντικά επιβλαβείς δραστηριότητές της. Σήμερα
ο αγώνας των αυτοχθόνων του Δέλτα του Νίγηρα συνεχίζεται ενάντια στη
«δημοκρατική» κυβέρνηση που δεν τους αναγνωρίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας της
γης και στις πολυεθνικές που εξακολουθούν να απεργάζονται τις εθνικές εκκαθαρίσεις.




