Αν ρωτήσεις έναν ναυτικό τι σημαίνει φάρος για αυτόν, θα απαντήσει «ελπίδα

συντροφιά, ασφάλεια». Για χρόνια είναι οι σύμμαχοι στο ταξίδι τους, οι φίλοι

που τους οδηγούν με σιγουριά στη ρότα τους. Αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της

ελληνικής ναυτικής παράδοσης. Ωστόσο, οι φάροι ανήκουν σε όλους – και όχι μόνο

στους ναυτικούς. Είτε είναι πέτρινοι είτε είναι μοντέρνοι, οι φάροι

κρύβουν δύναμη, μυστήριο, μοναξιά, περιπέτεια και συγχρόνως απέραντη

γαλήνη. Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να τους ανακαλύψουμε.

Στις θάλασσές μας λειτουργούν σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του

Πολεμικού Ναυτικού, 1.308 φάροι όλων των ειδών (σταθεροί, αναλάμποντες πυρσοί,

φωτοσημαντήρες, πλωτοί και ραδιοφάροι). Είναι πολλοί αλλά είναι και αναγκαίοι,

αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η χώρα διαθέτει πολλά νησιά, περισσότερες

βραχονησίδες ενώ και τα λιμάνια, οι κόλποι, οι όρμοι είναι αναρίθμητα.

Από αυτούς οι 120 είναι πέτρινοι, παραδοσιακοί. H ομορφιά τους είναι σπάνια, η

αρχιτεκτονική τους αντικείμενο μελέτης, ενώ αποτελούν σήμα κατατεθέν για τις

περιοχές όπου βρίσκονται. H πέτρα δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία. H

λειτουργικότητα και η αντοχή στις καιρικές συνθήκες, στην αλμύρα και τον χρόνο

αποτελούσαν απαραίτητες προϋποθέσεις για την κατασκευή τους και η πέτρα

αποτελούσε εγγύηση για την πλήρωση αυτών των προϋποθέσεων.

H κατασκευή των παραδοσιακών, πέτρινων φάρων άρχισε μετά την Επανάσταση

του 1821. Ο πρώτος που κατασκευάστηκε ήταν αυτός της Αίγινας, το 1827 (ο

οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει), ενώ το 1830 πρωτολειτούργησε ο φάρος των

Σπετσών. Το 1940 το φαρικό μας δίκτυο διέθετε ήδη 206 πέτρινους φάρους. Μετά

το τέλος του B’ Παγκόσμιου Πολέμου, ωστόσο, υπήρχαν μόνο 19. Όλοι οι υπόλοιποι

έπεσαν θύματα της καταστροφικής μανίας των Γερμανών. Οι φάροι, άλλωστε,

αποτελούσαν πολεμικό στόχο πρώτης προτεραιότητας, αφού χωρίς αυτούς τα πλοία

της εποχής – που δεν διέθεταν τα σύγχρονα μέσα πλοήγησης – ακολουθούσαν τυφλή

διαδρομή.

Ο πόλεμος τελειώνει και από το 1955 αρχίζει μια προσπάθεια

ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου της Ελλάδας. Επισκευάσθηκαν και

ανακατασκευάστηκαν 82 πέτρινοι φάροι. Οι καιροί ωστόσο αλλάζουν. Στις ανάγκες

της μεταπολεμικής Ελλάδας δεν συμπεριλαμβανόταν η αρχιτεκτονική στην κατασκευή

των φάρων. Δημιουργήθηκαν οι πρώτοι «μοντέρνοι» φάροι, οι φαροφύλακες

μειώθηκαν ραγδαία και νέες τεχνικές εφαρμόστηκαν προκειμένου οι φάροι να

λειτουργήσουν αυτόματα.

Φτάνουμε στη σημερινή εποχή, που όλοι οι φάροι λειτουργούν με ηλιακή

ενέργεια και ηλεκτρικό ρεύμα. Το επάγγελμα του φαροφύλακα έχει πια εκλείψει.

Ωστόσο, όλοι ανακαλύπτουν ότι πέραν της ναυτικής χρησιμότητάς τους, οι φάροι

μπορούν να έχουν και άλλες εναλλακτικές χρήσεις. H διατήρησή τους ως ιστορική

κληρονομιά αρχιτεκτονικής και βιομηχανικής τέχνης και η λειτουργία τους ως

ναυτικά μουσεία, πράγμα που ήδη γίνεται στον φάρο του Γυθείου και στον

Αμβρακικό Κόλπο, είναι δύο από αυτές τις χρήσεις.

Ταυτόχρονα, έκανε την εμφάνισή της στην Ελλάδα μια νέα τάση που είναι γνωστή

στο εξωτερικό από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Είναι οι λεγόμενοι

lighthouses enthusiastic ή «φίλοι των φάρων». Πρόκειται για εκδρομείς,

οργανωμένους σε συλλόγους που επισκέπτονται φάρους, καταγράφουν την κατάστασή

τους, τους φωτογραφίζουν, τους συντηρούν. Κρατούν ακόμα και ημερολόγιο φάρου.

Βόρεια Εύβοια Βασιλίνα

Για να συναντήσετε τον φάρο της Βασιλίνας θα πρέπει πρώτα να φτάσετε στο χωριό

Άγιος Γεώργιος, στη Βόρεια Εύβοια, που είναι ο παραθαλάσσιος οικισμός του

χωριού Λιχάδα. Από εκεί θα ακολουθήσετε την παραλιακή οδό προς το ομώνυμο

ακρωτήρι. Στο σημείο όπου ο ασφάλτινος δρόμος απομακρύνεται από την παραλία

(στρίβει δεξιά προς Ιστιαία), ξεκινά ο βατός χωμάτινος, που έπειτα από περίπου

5 χιλιόμετρα φτάνει στην περιοχή του φυλασσόμενου πετρόχτιστου φάρου, με τις

μικρές (σχεδόν παραθεριστικές) εγκαταστάσεις του ναυτικού. Σε όλη αυτήν τη

διαδρομή δεκάδες εξοχικές κατοικίες παρατάσσονται κατά μήκος του δρόμου, χωρίς

ηλεκτροδότηση, χωρίς ιδιαίτερα καλές παραλίες για μπάνιο και με εμφανές ένα

εργοστάσιο ζωοτροφών απέναντι από την είσοδο του Μαλιακού Κόλπου. Ο

χωματόδρομος συνεχίζει και μετά την περιοχή του φάρου και χώνεται σε ένα

απίθανης ομορφιάς πευκόδασος, που μοιάζει να μην είναι «καταπατημένο», ενώ

ειδυλλιακές μικρές θαλάσσιες αγκαλιές ξεδιπλώνονται κάτω από τον ίσκιο των

πεύκων. Ο πέτρινος φάρος της Βασιλίνας κατασκευάστηκε το 1892 και το ύψος του

πύργου είναι 8 μέτρα.

Αξίζει να δείτε

Άλλη μια «μύτη» στην περιοχή αυτή της Βόρειας Εύβοιας βρίσκεται πολύ κοντά στο

χωριό Άγιος Γεώργιος και είναι αυτή της Λιχάδας, εκεί που τοποθετείται κατά

προσέγγιση το ιερό του Κηναίου Διός. Το άκρο αυτής της χερσονήσου, αλλά και

ολόκληρης της Εύβοιας κοιτάζει απέναντι τα Καμένα Βούρλα, ενώ μια συστάδα από

μικρά νησάκια βρίσκεται πάνω στο στενό πέρασμα. H απόσταση από τα Λιχαδονήσια,

όπως τα ονομάζουν, είναι πολύ μικρή στο μάτι, αλλά όσοι επίδοξοι κολυμβητές θα

ήθελαν να τη διανύσουν καλύτερα ας μην το προσπαθήσουν. Ορατά με γυμνό μάτι

είναι τα πολύ ισχυρά ρεύματα, καθώς ο Βόρειος Ευβοϊκός Κόλπος βρίσκει διέξοδο

προς τη θάλασσα (και το αντίστροφο).

Για τον τόπο αυτό υπάρχει ένα εξαιρετικό «παραμύθι», κομμάτι της αστείρευτης

ελληνικής μυθολογίας. Ο Λίχας (από όπου έχει πάρει το όνομα η περιοχή) δεν

ήταν παρά ο υπηρέτης του Ηρακλή. Όταν εκείνος κυρίεψε την Οιχαλία και σκότωσε

τον Εύρυτο, πήγε στο ακρωτήριο Κήναιο της Εύβοιας, όπου έχτισε έναν βωμό για

τον Δία και ετοιμάστηκε για μεγάλη θυσία. Έστειλε τότε τον Λίχα στο σπίτι του

για να φέρει έναν χιτώνα, που ήταν συνήθειο να φοράνε στις θυσίες. Εκείνος

πήρε τον χιτώνα που του έδωσε η ζηλιάρα γυναίκα του Ηρακλή, Δηιάνειρα, χωρίς

να ξέρει ότι ήταν ποτισμένος από το αίμα του Κενταύρου Νέσσου (τον οποίο είχε

σκοτώσει ο Ηρακλής). Καθώς φόρεσε τον χιτώνα ο Ηρακλής, φρικτοί πόνοι τον

κυρίευσαν. Προσπαθούσε να τον βγάλει από πάνω του, αλλά τραβούσε και τις

σάρκες του μαζί. Στράφηκε προς τον Λίχα γιατί τον θεώρησε ύπουλο προδότη. Τον

χτύπησε τόσο δυνατά που διέλυσε κυριολεκτικά το σώμα του εκσφενδονίζοντάς το

προς τη θάλασσα. Αυτό ήταν το τραγικό τέλος και για τον Λίχα, αλλά και για τον

Ηρακλή. Πέφτοντας διαλυμένος ο Λίχας στην θάλασσα, τα κομμάτια από το σώμα του

σχημάτισαν τα νησάκια που βλέπουμε σήμερα (Λιχαδονήσια), ενώ συγκεκριμένα ο

Λατίνος ποιητής Οβίδιος ταυτίζει το νησάκι Στρογγυλή με το κεφάλι του άτυχου Λίχα!

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ

H κοντινότερη μεγάλη πόλη στον φάρο της Βασιλίνας είναι η Αιδηψός. Για να

φτάσετε στην Αιδηψό από την Αθήνα μπορείτε να πάτε οδικώς μέσω Χαλκίδας. H

συνολική απόσταση δεν ξεπερνά τα 180 χιλιόμετρα. Ο ευκολότερος και

συντομότερος τρόπος είναι μέσω της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας, παίρνοντας το

φέρι από την Αρκίτσα (150 χιλιόμετρα από την Αθήνα). Τα δρομολόγια είναι

πυκνά, περίπου ανά 1 ώρα, τόσο από την Αρκίτσα όσο και από την Αιδηψό, και η

μετάβαση διαρκεί περίπου 45 λεπτά. Από την Αιδηψό μέχρι τα Γιάλτρα υπολογίστε

περίπου 16 χιλιόμετρα, ενώ μέχρι την Λιχάδα συνολικά 30.

Πελοπόννησος Ταίναρο

Βρισκόμαστε στο μεσαίο πόδι της Πελοποννήσου και φτάνουμε στο τέλος του

δρόμου. Του δρόμου που οδηγεί στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας (αλλά

και της Ευρώπης). Κάπου εδώ οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τοποθετούσαν τις πύλες

του Άδη!

Το μονοπάτι που οδηγεί στο αιχμηρό άκρο του Ταινάρου διαγράφεται επάνω στο

ύψωμα δυτικά από τον όρμο Πόρτο Στέρνες. H πορεία είναι εύκολη, αλλά και πολύ

εντυπωσιακή στην αρχή της. Οι κοιλότητες στον βράχο μοιάζουν με βάσεις

δωματίων οικισμού, αφού αρκετές συνδέονται μεταξύ τους με σκαλοπάτια. Βέβαια

οι νεώτεροι Λακεδαιμόνιοι τις πήραν για δεξαμενές συγκέντρωσης βρόχινου νερού

(στέρνες) για τούτο και το λιμανάκι το ονόμασαν Πόρτο Στέρνες. Εδώ ήταν ο

αρχαίος συνοικισμός των Ταιναρίων που εγκαταλείφθηκε πριν από τα ρωμαϊκά

χρόνια. Παρά τους αιώνες που έχουν περάσει από επάνω του, ένα εξαιρετικό

ψηφιδωτό δωματίου διατηρείται σε καλή κατάσταση και αφήνει έκπληκτο τον

επισκέπτη.

Σε λιγότερο από 40 λεπτά ο φάρος του ακρωτηρίου κάνει την εμφάνισή του.

Καταπληκτικό κτίσμα, φανταστικό σημείο, υπέροχη αίσθηση. Παρατηρώντας προς τη

μεριά του πελάγους βλέπεις απίστευτη κίνηση… μεγάλα πλοία περνούν συνεχώς

μπροστά σου παρακάμπτοντας τον φημισμένο Κάβο Ματαπά, το ακρωτήριο Ταίναρο. Ο

φάρος δεσπόζει στο μυτερό ετούτο άκρο που λογχίζει τη Μεσόγειο. Κατασκευάστηκε

από τους Γάλλους στα 1882 και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1887. Ο τετράγωνος

πύργος του, ύψους 16 μέτρων, στέφεται ακόμη από τον διώροφο μεταλλικό κλωβό με

τον φωτιστικό μηχανισμό και το περιστροφικό διοπτρικό. H πρώτη ανακαίνιση του

φάρου έγινε στα 1930, στα χρόνια της Κατοχής έπαψε να λειτουργεί και στα 1950,

μετά τη δεύτερη ανακαίνιση, φιλοξενούσε 3 φαροφύλακες! Από το 1984 που στήθηκε

χωρίς κανέναν σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο (αλλά και στο όμορφο οικοδόμημα),

το αυτόματο φωτιστικό μηχάνημα, ο φάρος εγκαταλείφθηκε.

Αξίζει να δείτε

Είναι πραγματικά ασύλληπτο πώς ετούτο το σημείο της Ελλάδας σε υποβάλλει από

τα φυσικά του χαρακτηριστικά και μόνο. Το τέλος του δρόμου κοιτάει τη θάλασσα.

Μπροστά σου ακριβώς βρίσκεται ένας μικρός θολωτός ναός, αριστερά είναι το

λιμανάκι όπου δένονται οι βάρκες και δεξιά ξεκινάει το μονοπάτι για τον φάρο

του Ταινάρου. Το ερειπωμένο σήμερα εκκλησάκι του Ασωμάτου (αναφέρεται ως Αγίων

Ασωμάτων) είναι χτισμένο με αρχαίο οικοδομικό υλικό. Πλησιάζοντας το βλέπεις

ξεκάθαρα, αφού ανακατωμένα με αδούλευτες πέτρες και πολύ συνδετικό υλικό,

συναντάς κομμάτια από αρχαίο καλοδουλεμένο μάρμαρο. Μονάχα ο βόρειος τοίχος

της εκκλησίας είναι ολόκληρος χτισμένος ισοδομικά με καλοδουλεμένα ορθογώνια

λιθάρια. Για να χτίσουν τη χριστιανική εκκλησία, εξαγνίζοντας όπως συνήθιζαν

τους αρχαίους λατρευτικούς χώρους, πήραν υλικά από τον παραπλήσιο ναό του

Ποσειδώνα. Στο ανατολικό μέρος έχτισαν μια μικρή αψίδα και στα δυτικά την

τοξωτή είσοδο. Στην μια πλευρά του όρμου οι λαξεμένοι βράχοι μιλούν για αρχαίο

καρνάγιο μικρών πλοιαρίων (νεώσοικος). Στην απέναντι πλευρά του όρμου μοιάζει

αόρατη η επίσης λαξεμένη στον βράχο τάφρος καθόδου (το ψυχοπομπείο του Άδη),

που πιθανότατα ήταν πολύ σκοτεινή διαθέτοντας σκέπαστρο.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ

Ο πιο εύκολος δρόμος που μπορείτε να ακολουθήσετε μέχρι το Ταίναρο περνάει

από την Αρεόπολη και συνεχίζει για Γερολιμένα και Βάθεια, καταλήγοντας ύστερα

από 40 χιλιόμετρα στη διασταύρωση πάνω από το Πόρτο Κάγιο. Για να πάει κανείς

μέχρι το Πόρτο Στέρνες ακολουθεί τον δρόμο για Μαρμάρι και στρίβει στη

διασταύρωση που θα συναντήσει (υπάρχουν ταμπέλες). Φτάνοντας στο τέλος του

δρόμου θα πρέπει να γνωρίζετε πως το μονοπάτι για τον φάρο είναι στα δεξιά σας

(κοιτώντας τη θάλασσα).

Έβρος Αλεξανδρούπολη

Αυτός ο φάρος αποτελεί το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης ακριτικής πολιτείας.

Το φως του «ταξιδεύει» ανελλιπώς εδώ και μερικούς αιώνες, κάνοντας εκείνους

που έχουν διαμερίσματα στις παραλιακές πολυκατοικίες της Αλεξανδρούπολης να

κλείνουν τα παντζούρια! Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Κάπου στα μέσα του

19ου αιώνα μερικοί ψαράδες στη Θράκη στήνουν ένα μικρό οικισμό και του δίνουν

το όνομα Δεδέ-Αγάτς που σημαίνει «δέντρο του ερημίτη». Ένας δερβίσης-καλόγερος

τοπικού μοναστηριού ξεκουραζόταν εκεί, κάτω από την σκιά ενός μοναχικού

δέντρου, μιας βελανιδιάς. Εκεί τάφηκε ο ντεντές (ο δερβίσης δηλαδή), από αυτόν

πήρε το όνομα και το μικρό άσημο ψαροχώρι. Κανείς τους βέβαια δεν γνώριζε ότι

στην ίδια ακριβώς περιοχή υπήρχε η αρχαία πόλη Σάλη. Πέρασε ο καιρός και στα

1871 ξαφνικά φτάνει στο Δεδέ-Αγάτς ο σιδηρόδρομος που ξεκινούσε από τη

Θεσσαλονίκη και έφτανε στην Κωνσταντινούπολη! H μεταβολή του οικισμού από

ψαροχώρι σε σημαντικό κέντρο διακίνησης εμπορευμάτων γίνεται σε ελάχιστο

χρονικό διάστημα. Οι κάτοικοι από την γειτονική Αίνο, την Μάκρη και την

Μαρώνεια μεταφέρονται εδώ. Στο μεγάλο πια λιμάνι αράζουν εγγλέζικα και ρώσικα

βαπόρια και το Δεδέ-Αγάτς αναγνωρίζεται ως βασικό επίνειο της Θράκης. H πόλη

που σχηματίζεται σιγά-σιγά γίνεται «καμάρι» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά

η χαρά τους δεν διαρκεί πολύ. Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (στα 1878) στο

Δεδέ-Αγάτς φτάνουν τα ρωσικά στρατεύματα και οι αξιωματικοί μαγεύονται από την

τοποθεσία. Αντί να καταστρέψουν κάνουν ένα θαυμάσιο ρυμοτομικό σχέδιο,

δημιουργώντας μεγάλους δρόμους, ενώ παράλληλα στήνουν και έναν τεράστιο φάρο ο

οποίος αποτελεί από τότε μέχρι σήμερα σύμβολο της πόλης. Ο φάρος της

Αλεξανδρούπολης λειτούργησε για πρώτη φορά την 1η Ιουνίου του 1880, έχει ύψος

από τη θάλασσα 27 μέτρα και από το έδαφος 17. H εμβέλειά του είναι 24 ναυτικά

μίλια και στους ναυτικούς χάρτες κράτησε το όνομα Δεδέ-Αγάτς!

Αξίζει να δείτε

H Αλεξανδρούπολη σήμερα διατηρεί ακόμα ένα μικρό κομμάτι της γοητείας αυτού

του μικρού ψαράδικου οικισμού. Αρκεί κανείς να δει την απογευματινή δημοπρασία

των αλιευτικών που φτάνουν με γεμάτα τα αμπάρια στο λιμάνι. Παράλληλα αποτελεί

και την πρώτη σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που συναντά ο επισκέπτης ο οποίος

καταφθάνει από την Τουρκία ή τη Βουλγαρία. Μπορεί το ξύλινο και αρχιτεκτονικά

ιδιόμορφο «Πασαλίκι» να μην υπάρχει πια (ήταν στο χώρο του σημερινού κτιρίου

της νομαρχίας), αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η Αλεξανδρούπολη

είναι μια ακριτική πρωτεύουσα και ένα ακόμα «χωνευτήρι» πολιτισμών και

θρησκειών. Πέρα από την επιβεβλημένη παραλιακή βόλτα αξίζει να πάτε μέχρι την

Τραϊανούπολη και τις Φέρες όχι μονάχα για την «Χάνα», τα λουτρά και τον ναό

της Παναγιάς της Κοσμοσώτηρας, αλλά και για να περιηγηθείτε στο περίφημο

οικοσύστημα του Δέλτα του Έβρου.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ

H Αλεξανδρούπολη απέχει από την Αθήνα 850 χιλιόμετρα και από την

Θεσσαλονίκη 340 περίπου. Για να καλύψετε την απόσταση από την Αθήνα με το

αυτοκίνητό σας χρειάζεστε το λιγότερο 10 ώρες (χωρίς στάση) πράγμα που είναι

αρκετά επικίνδυνο αν σκεφτεί κανείς ότι το όριο ασφαλείας είναι 8 ώρες οδήγηση

χωρίς ύπνο με τουλάχιστον 4-6 ενδιάμεσες στάσεις. H Θεσ/νίκη είναι ουσιαστικά

το μέσον της διαδρομής χρονικά και θα πρέπει να κάνετε μια μεγάλη στάση για

ξεκούραση. Φυσικά τόσο τα δρομολόγια των υπεραστικών λεωφορείων όσο και του

ΟΣΕ είναι αρκετά καθημερινά. Βεβαίως ο πλέον εύκολος και σύντομος τρόπος για

να φτάσει κανείς στην Αλεξανδρούπολη παραμένει το αεροπλάνο.

Βόρειες Σποράδες Ψαθούρα

O λόγος κατοίκησης του απομονωμένου αυτού νησιού στο σύμπλεγμα των Βορείων

Σποράδων ήταν μονάχα ένας. Ο επιβλητικός φάρος που κτίστηκε εκεί με ύψος

πύργου 26 μέτρων. Το νησάκι της Ψαθούρας μοιάζει με επίπεδο δίσκο επάνω στην

επιφάνεια της θάλασσας και ο φάρος πραγματικά φαίνεται από πολύ μακριά

(εκπέμπει σταθερό φως σε απόσταση 18 ναυτικών μιλίων με εστιακό ύψος τα 65

μέτρα). Είναι το βορειότερο από τα νησιά του θαλάσσιου πάρκου των Βορείων

Σποράδων για τούτο και είναι αρκετά δύσκολο να φτάσει κανείς μέχρι εκεί, ακόμα

και αν διαθέτει το δικό του σκάφος. Έχει συνολική έκταση 2 τετραγωνικά

χιλιόμετρα και είναι το μοναδικό από τα νησιά που έχει ηφαιστειογενές πέτρωμα,

από το οποίο κατασκευάστηκε και ο πύργος του φάρου.

Θα πρέπει εδώ να συμπληρώσουμε ότι τέσσερα είναι τα μεγάλα και ονομαστά νησιά

των Βόρειων Σποράδων, η Σκιάθος, η Σκόπελος, η Αλόννησος και η Σκύρος (που

συνήθως την ξεχνάνε), ενώ ο μικρός «σωρός» από έρημα νησάκια βορειοανατολικά

της Αλοννήσου σχεδόν αγνοείται. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο θαλάσσιο πάρκο

της Μεσογείου που εκτείνεται σε 23.000 εκτάρια χερσαίων και θαλάσσιων

περιοχών. Πολύτιμα είναι αυτά τα ερημονήσια (Περιστέρα, Κυρα-Παναγιά, Γιούρα,

Πιπέρι, Ψαθούρα, Σκάντζουρα και άλλα μικρότερα) κατανεμημένα σε δύο ζώνες και

κύριος λόγος δημιουργίας του πάρκου ήταν η προστασία της μεσογειακής φώκιας.

Το πανέξυπνο, αλλά σπάνιο πια θηλαστικό ζει σε δυσπρόσιτες σπηλιές, για τούτο

και απαγορεύεται κανείς να πατήσει το πόδι του, αλλά και να προσεγγίσει σε

απόσταση μικρότερη των 400 μέτρων.



Κρήτη Χανιά

Στο λιμάνι της παλιάς πόλης των Χανίων, απέναντι από την Πλατεία Σιντριβάνι,

δεσπόζει ο πέτρινος φάρος που για πολλούς μοιάζει περισσότερο με μιναρέ. Άδικο

πάντως δεν έχουν γιατί το σημερινό κτίσμα το έφτιαξαν οι Αιγύπτιοι (μετά την

παραχώρηση της Κρήτης από τους τους Άγγλους στα 1830) χρησιμοποιώντας τεράστια

κομμάτια βράχων που έκοψαν από τον Σταυρό στο Ακρωτήρι Χανίων (τα

τετραγωνισμένα κοψίματα φαίνονται ακόμα και σήμερα). Πάντως ο φάρος του παλιού

λιμανιού των Χανίων στέκεται στη θέση του πάνω από 5 αιώνες και αποτελεί «σήμα

κατατεθέν». H ιστορία του ακολουθεί αυτή του λιμανιού και οι Ενετοί είναι

εκείνοι που ανάμεσα στα 1320 και 1356 διαμορφώνουν το σημερινό παλιό λιμάνι

και εξαφανίζουν εντελώς τα ίχνη της αρχαίας Κυδωνίας. Ο εξαίρετος μηχανικός

τους Michele Sanmicheli δημιουργεί ένα πραγματικό οχυρό, χρησιμοποιώντας όλο

το αρχαίο οικοδομικό υλικό που υπήρχε (εξαφανίζοντας έτσι και το αρχαίο

θέατρο). Εκείνη την εποχή φτιάχτηκε και ο πρώτος φάρος των Χανίων που είχε

εντελώς διαφορετική μορφή από αυτόν που βλέπουμε σήμερα. Όταν οι Τούρκοι

καταλαμβάνουν τα Χανιά, το λιμάνι μεταφέρεται στη Σούδα και ο φάρος

καταστρέφεται αφού κανείς δεν φρόντιζε πια για την συντήρησή του. Οι Αιγύπτιοι

τον φτιάχνουν ξανά χρησιμοποιώντας την αρχική βάση, δημιουργώντας εσωτερική

σκάλα που οδηγεί στο μπαλκόνι με τον γυάλινο πυργίσκο.

Κεφαλονιά Αγ. Θεόδωροι

O «Σύντομος τουριστικός οδηγός Κεφαλληνίας» του 1961 προτείνει ως ιδανικό

περίπατο τον γύρο της Λάσης, την επίσκεψη στις Καταβόθρες, αλλά δεν αναφέρει

τίποτε για το Φανάρι, τον φάρο των Αγίων Θεοδώρων. Βλέπετε την εποχή εκείνη το

ιδιόρρυθμο κυκλικό κτίσμα με τις είκοσι κολόνες και τον μικρό πύργο από πάνω

είχε καταστραφεί από τον φοβερό σεισμό του 1953. Το σημερινό, πρόσφατα

ανακαινισμένο, κτίσμα που απέχει μόλις 2,5 χιλιόμετρα από το Αργοστόλι,

διατηρεί τις αναλογίες και τον ρυθμό του αρχικού κτίσματος του 1828, όταν

τοποτηρητής της Κεφαλονιάς ήταν ο Κάρολος Νάπιερ. Το ύψος τού «πύργου» που

έχτισαν οι Άγγλοι ήταν 8 μέτρα και το καλλιτεχνικό στρογγυλό κτίσμα δεν ήταν

παρά η κατοικία του φαροφύλακα, ενώ περιμετρικά 20 κυκλικές κολόνες «έντυναν»

μια εξίσου πρωτότυπη στοά. Το Φανάρι ξαναχτίστηκε ίδιο και απαράλλαχτο από τον

μηχανικό Τάκη Παυλάτο και με τη φροντίδα επταμελούς επιτροπής Κεφαλονιτών. Τα

εγκαίνια του αντισεισμικού πλέον φάρου έγιναν στις 26 Απριλίου του 1964.

Με το βραχάκι του Φαναριού να χώνεται σαν μια μεγάλη γλώσσα μέσα στη θάλασσα,

σαν μικρός εξώστης στην είσοδο του κόλπου του Αργοστολίου, η θέα από αυτή τη

θέση είναι πανοραμική και το ηλιοβασίλεμα από τα πιο όμορφα που μπορείς να

δεις στην Κεφαλονιά. Απέναντι ακριβώς φαίνονται τα χαμηλά βουνά της Παλλικής

και το γραφικό Ληξούρι, ενώ το φως του φάρου των Αγ. Θεοδώρων μοιάζει να

επικοινωνεί με εκείνο του εξίσου σημαντικού φάρου των Βαρδιάνων στο ομώνυμο

ξερονήσι (σχεδόν στην είσοδο του κόλπου του Αργοστολίου). Τα πλοία που περνούν

ανοιχτά της Κεφαλονιάς πρώτα βλέπουν το σινιάλο από τον φάρο στους Βαρδιάνους

και αν αποφασίσουν να επισκεφτούν τα κεφαλονίτικα λιμάνια, τότε θα δουν και

εκείνο των Αγίων Θεοδώρων.

Αξίζει να δείτε

Πολύ κοντά στο Φανάρι βρίσκονται και οι ονομαστές Καταβόθρες. Εκεί βλέπεις το

νερό της θάλασσας να μπαίνει στη στεριά και να… εξαφανίζεται! Το παράξενο

γεωλογικό φαινόμενο για πολλά χρόνια έδινε αφορμές για «σενάρια» και

μυθοπλασίες, αφού στη συγκεκριμένη θέση τα νερά «εισβάλλουν» σε σχισμές της

ξηράς και μετά χάνονται μέσα σε ασβεστολιθικές σήραγγες. Οι συστηματικές

έρευνες που ξεκίνησαν στα 1959 και ολοκληρώθηκαν στα 1963 αποκάλυψαν ότι τα

νερά εκβάλλουν κοντά στις πηγές του Καραβόμυλου, αλλά και μέσα στη λίμνη της

Μελισάνης (κοντά στη Σάμη). H πορεία που ακολουθούν έχει μήκος (σε ευθεία

γραμμή) 14 χλμ. αλλά η χρωστική ουσία που άφησαν από τις Καταβόθρες

εμφανίστηκε ύστερα από 14 ολόκληρες ημέρες στον Καραβόμυλο. Τέλος, η επίσκεψη

στο Αργοστόλι και η βόλτα στο Λιθόστρατο θεωρούνται απαραίτητες.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ

Ο ευκολότερος τρόπος για να φτάσετε στην Κεφαλονιά είναι με το αεροπλάνο

και οι πτήσεις της Ολυμπιακής είναι καθημερινές. Αν προτιμάτε το πλοίο, τότε

καθημερινά είναι τα δρομολόγια που συνδέουν το Αργοστόλι με την Κυλλήνη. Δύο

φορές την ημέρα το πλοίο από την Πάτρα φτάνει στη Σάμη και επιστρέφει. Σύνδεση

επίσης έχει το λιμάνι της Σάμης με τον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και την

Ιθάκη. Εύκολα θα φτάσετε από την Ιθάκη και τη Λευκάδα στο κοσμοπολίτικο

Φισκάρδο. Οι διαδρομές μέσα στο νησί δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητες γι’ αυτό

είτε θα νοικιάσετε μεταφορικό μέσον, είτε θα πάρετε το δικό σας (μελετήστε

πρώτα εάν σας συμφέρει οικονομικά).