|
| Θοδωρής και Δήμητρα, ζουν την πλήξη της κλειστοφοβικής σχέσης τους που, αλοίμονο, το χιούμορ δεν τη σώζει
|
Εκείνος στον καναπέ, αραχτός, εκείνη με μαύρο κολλητό φουστάνι μπροστά του
κινείται σε μια παρωδία στριπτίζ και με τις σπασμωδικές κινήσεις της γυναίκας
που προσποιείται ένα πάθος, το οποίο είναι προφανές ότι δεν έχει γνωρίσει
ποτέ. Το ‘χει δει στο σινεμά. Άλλωστε, πρόκειται για κωμική, υποτίθεται,
σκηνή.
Εκείνος ασυγκράτητος την χουφτώνει στα πρώτα δευτερόλεπτα. «Άσε με, βρε
Θοδωρή, να την βρω», του λέει, «μη βιάζεσαι». Φυσικά, εκείνος βιάζεται και
τότε εκείνη σταυρώνει τα χέρια και του λέει θυμωμένη «έλα, κάνε δουλειά σου».
Καμία δουλειά του δεν κάνει ο Θοδωρής.
Προσπαθούν στην επόμενη σκηνή «να την βρουν» αλλιώς, προσποιούνται
ρωμαϊκό όργιο, εκείνη του δίνει σταφυλάκια να φάει ανάσκελα, εκείνος πνίγεται
από το κουκούτσι, χαλάει η ατμόσφαιρα και εκείνη πάλι θυμωμένη τού λέει την
ατάκα: «Μα με τι θέλεις, βρε Θοδωρή, να σου κάνω ρωμαϊκό όργιο, με πουρέ; Με
σταφύλι θα σου το κάνω. Το σταφύλι έχει κουκούτσι. Έτσι είναι το σεξ, έχει
ρίσκο».
Στην επόμενη σκηνή την έχει δέσει και της φοράει μαντίλι στο πρόσωπο,
εκείνος υποδύεται τον Αμερικανό πράκτορα που ανακρίνει μια Αφγανή για τον Μπιν
Λάντεν. Υποτίθεται πως μέσα από τη διαδικασία της βίας και του βασανιστηρίου
«θα την βρουν» επιτέλους. Αδύνατον. Εκείνη δεν μπαίνει στον ρόλο, γιατί
εκείνος της ζητάει λεπτομέρειες. «Σε ποια σπηλιά κρύβεται;», «Μόλις
προχωρήσεις λίγο, μετά τους βράχους, στην 23» του λέει εκείνη. «Ποια 23, λες
μπούρδες», «Πώς να μην τις πω, και αν βρεις καμιά άλλη που να ερεθίζεται με
αυτές τις αηδίες να πας μαζί της. Άντε, λύσε με τώρα».
Πρόκειται για το ζευγάρι της κωμικής σειράς «Σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς” (Mega,
επανάληψη), που αποκαλύπτει την σπαραχτική μοναξιά μιας κλειστοφοβικής σχέσης,
τον χαμένο της έρωτα, αν τον είχε βρει ποτέ, τους μικρούς της ορίζοντες και
εντέλει τη μοναξιά δύο ανθρώπων που αναζητούν τη φαντασία, η οποία έχει
οριστικά χαθεί κάτω από ένα χαλύβδινο μοντέλο συμβίωσης και από κλισέ
περιοδικών και ταινιών για την «ανανέωση του έρωτα».
Δυο άνθρωποι συνηθισμένοι, ίδιοι μεταξύ τους, βομβαρδισμένοι από
συμβατικότητες, ενωμένοι από αδυναμία, όπως εκατομμύρια άλλοι. Σε μια σχέση
τόσο ανθρώπινη και τόσο πνιγηρή, όπως όλες εκείνες από τις οποίες γαντζώνεται
το ανθρώπινο είδος με τη φιλοδοξία της κατάργησης του διφορούμενου, μήπως και
κερδίσει τη γαλήνη της καρδιάς, ξεχνώντας ότι αγαπώ σημαίνει πως ζω αενάως τη
συνύπαρξη του τρόμου και της απόλαυσης, του ρίσκου και του θαύματος.
Μέσα σ’ αυτό το καθεστώς του ηδονικά επικίνδυνου μετεωρισμού όμως,
αναπτύσσεται η ερωτική φαντασία και όλα όσα την ερεθίζουν και οδηγούν στην
απόλαυση, η βία ή η τρυφερότητα, η προσποίηση ενός άλλου εαυτού σε εκείνες τις
πυρετικές στιγμές του έρωτα που καταργεί τα δεσμά της συμβατικότητας.
Με σπαρταριστό χιούμορ διακωμώδησε το προχθεσινό επεισόδιο την αποστείρωση των
σχέσεων, που έχουν ανταλλάξει την αδυναμία με την ασφάλεια και που έχουν
σμικρύνει τον Άλλο σε ένα μηχανικό «μωρό μου» ή «αγάπη μου».
Όσα «αγάπη μου» ή «μωρό μου» κι αν πει η Δήμητρα στον Θοδωρή και τούμπαλιν, η
πληγή της υπερβολικής εγγύτητας, της προβλεψιμότητας, είναι ανοιχτή στο σώμα
της σχέσης τους. H σπίθα του ερωτικού ολοκαυτώματος δεν ανάβει μεταξύ τους,
δεν την γνωρίζουν καν, δεν είναι άνθρωποι του ρίσκου.
Ο διάλογος της σχέσης Δήμητρας – Θοδωρή συνεχίζεται σε ένα πεδίο ηδονών
που αντικαθιστούν τις επικίνδυνες του έρωτα, μπροστά σε ένα πιάτο φαγητό, όπου
εκεί οι ρόλοι είναι σαφείς. Εκείνη μπεμπεκίζει με ένα αρκουδάκι στα χέρια και
εκείνος παρασύρεται και κάνει το ίδιο, σε μια σκηνή που σατιρίζει ευφυώς τον
παλιμπαιδισμό των ζευγαριών, όταν αποφεύγουν τον έρωτα για να βουλιάξουν στη
μοναδική ασφάλεια της ανάμνησης της παιδικής συμπεριφοράς και του κανακέματος.
Ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές της σειράς που γράφει η Δήμητρα
Παπαδοπούλου και πρωταγωνιστεί μαζί με τον Θοδωρή Αθερίδη.
