Ο Βίνσεντ Γκάλο και η Κλοέ Σεβινί έδωσαν αφορμή για καυστικά σχόλια με την

ταινία τους «Brown Bunny» (πάνω) που φιλοξενείται στο διαγωνιστικό πρόγραμμα

του Φεστιβάλ Καννών

Τα… κοράκια δεν έβλεπαν ριάλιτι, αλλά ταινία. Και μάλιστα ταινία – για το

«Καφετί κουνελάκι» (Brown bunny») του Βίνσεντ Γκάλο ο λόγος – η οποία

συμμετείχε στο επίσημο και δη στο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Όλοι μας είχαμε

σκυλοβαρεθεί. Τρόπος του λέγειν σκυλοβαρεθεί. Φαντάσου δηλαδή να βλέπεις επί

100 λεπτά, πολύτιμου χρόνου, έναν τύπο να διασχίζει την Αμερική χωρίς τίποτα,

μα απολύτως τίποτα να συμβαίνει στον ορίζοντα. Μπροστά σ’ αυτούς του κενούς

και αργόσυρτους ρυθμούς, η ταχύτητα των ταινιών του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι

επιπέδου… Matrix.

Κι όμως. Παρ’ όλη αυτή τη σκυλοβαρεμάρα ελάχιστοι άνοιξαν την πόρτα για να την

κοπανήσουν από το μαρτύριο. Έστω για να αποδείξουν στον εαυτό τους πως είναι

σοβαροί. Οι λόγοι αυτής της ιδιότυπης… αυτοομηρείας ήταν τρεις (κατά σειρά,

από τα πάνω προς τα κάτω): Η ταινία είναι Αμερικανική –

και μάλιστα της περιθωριακής και… ανεξάρτητης σκηνής – και οι φήμες για

το… dick του Γκάλο και για τη στοματική κοιλότητα της Κλόε Σεβινί είχαν

στοιχειώσει τον ύπνο μας. Να εγκαταλείψεις χωρίς να δεις κουλτουριάρικη τσόντα

δεν γίνεται. Στο μεταξύ και καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των βασανιστικών 100

λεπτών, αρκετοί εξ ημών διασκέδαζαν την πλήξη τους με χασκογελάκια και με

ανεκδοτάκια του τύπου «Τι..(γ)κάλος!» ή «μου πάτησε τον (γ)κάλο» ή «κάνε τον

καλό και ρίξε τον (γ)κάλο στο γιαλό» και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Ώσπου ξαφνικά

αρχίζει να «γίνεται».

Πώς έγινε; Όπως θα μπορούσε να συμβεί σε ταινία οποιουδήποτε κάλου που

εκλαμβάνει τον εαυτό του ως σκηνοθέτη. Δηλαδή ο Βίνσεντ Γκάλο κατεβάζει το

φερμουάρ, ανεβάζει το dick (φάτσα φόρα δηλαδή) και η Κλόε ανοίγει το στόμα. Τα

μπουκώματα – τα οποία μπορεί κανείς να τα απολαύσει με την πρώτη τυχούσα

πορνοταινία, χωρίς να υποστεί τα έξοδα των πανάκριβων Καννών και χωρίς την

απειλή του SARS – τα μπουκώματα λοιπόν συνοδεύονταν από την εξής στιχομυθία.

Μια στιχομυθία που ούτε η φαντασία ενός Όμηρου Ευστρατιάδη δεν θα μπορούσε να

συλλάβει:

– Πες μου ότι μ’ αγαπάς.

– Μμμμμ…

– Πες μου πως δεν θα ξαναπάς με άλλα αγόρια.

– Μμμμμ…

– Πες μου πως θα μείνουμε για πάντα μαζί.

– Μμμμμ…

Το τι… πορνό επακολούθησε στη συνέντευξη, την επόμενη ημέρα, αποτελεί υλικό

για μπαλαφάρικη κωμωδία με ήρωα Αμερικανό πρωταθλητή της αφασίας. Ένα

«νούμερο» με ναρκισσισμό και αλαζονεία εκατοντάδων Όρσον Γουέλς. Αφού όλη η

ταινία είναι αυτός σε ανφάς, προφίλ και 2/3 με ατημέλητο κούρεμα. Και αφού όλα

μα όλα – από τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία, το μοντάζ – όλα είναι δικά του.

Φανταστείτε πως στα «γράμματα» ενημερώνει για τη μάρκα του πέτσινου μπουφάν

που φορούσε και για τη Honda που καβαλούσε. Με λίγα λόγια, ο Γκάλο, το

μπουφάν, η μηχανή και το dick του, έστρωσαν το χαλί για την επέλαση του

απόλυτου κανιβαλισμού. Και ομολογώ… ορμήσαμε. Και ορμήσαμε με ένα

παρατεταμένο… μπουουουουουου!

Αυτό που είδαμε δεν είναι ταινία αλλά ένα ατελείωτο και μονότονο ego

trip…

«Με παρεξηγήσατε. Ποτέ δεν ήμουν δημοφιλής. Αν και στο Δημοτικό ήμουν κούκλος

και μου την έπεφταν τα κοριτσάκια και μερικές από τις φιλενάδες της μάνας μου.

Μετά όμως άρχισα να ασχημαίνω και να χάνω εκείνο το σκανδιναβικό look που είχα

όσο ήμουν μικρός. Τότε αποφάσισα να πάρω μέτρα για να προστατεύσω τον εαυτό

μου. Για παράδειγμα, στα ραντεβού πηγαίνω αργοπορημένος γιατί θυμώνω όταν με

στήνουν».

Μα όλα μόνος σας; Από το σενάριο μέχρι την κάμερα, τη φωτογραφία, τη

σκηνοθεσία, την παραγωγή;

«Προσπαθώ να συνεργαστώ αλλά κανείς τεχνικός δεν χωράει στο μυαλό μου. Γιατί;

Ίσως επειδή το μυαλό μου είναι τόσο μικρό. Αλήθεια σας λέω. Δεν ειρωνεύομαι.

Είμαι small minded!».

Μα ήταν ανάγκη να μας τα δείξετε… όλα στην οθόνη;

«Παιδιά, πιστέψτε με, δεν το ‘κανα για να σκανδαλίσω. Απλώς η συγκεκριμένη

σκηνή με είχε στοιχειώσει. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει ατμόσφαιρα και αίσθημα. Δεν

είμαι επιδειξιομανής και πορνογράφος. Τέλος πάντων. Τον τελικό λόγο τον έχουν

οι εμπαθείς κριτικοί».

Μερικοί από εμάς αναρωτιούνται γιατί κάνατε αυτή την ταινία.

«Σάμπως ξέρω κι εγώ; Ποιος ξέρει γιατί κάνει εκείνο ή το άλλο; Κανείς. Τα

πράγματα είναι περίπλοκα (περίπου σα να λέει “άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου”).

Εδώ που τα λέμε έχετε δίκιο. Κι εγώ βαριέμαι να ξαναδώ την ταινία μου. Πάντως,

οι ταινίες για μένα είναι προσωπικές. Πιο προσωπικές δεν γίνεται. Θα μου πείτε

γιατί, ρε φίλε, δεν πήρες τα μέτρα σου να κάνεις ταινία κάποιο βιβλίο;

Αποκλείεται…».

Γιατί αποκλείεται;

«Γιατί πρώτον δεν έχω ανοίξει βιβλίο σε όλη μου τη ζωή και δεύτερο γιατί ο

συγγραφέας, ο άλλος, ο σεναριογράφος ή δεν ξέρω κι εγώ ποιος συνεργάτης θα μου

αρπάξουν όλη την ενέργεια».

Αλήθεια τώρα δεν έχετε ανοίξει μισή σελίδα;

«Αλήθεια. Οι γονείς μου είναι κυριολεκτικά αναλφάβητοι. Ο πατέρας μου μάλιστα

απαγόρευε να κυκλοφορεί η Βίβλος στο σπίτι. Εγώ κάποια στιγμή άρχισα να

διαβάζω τον “Νονό” αλλά το παράτησα. Τα μόνα πράγματα που διαβάζω είναι

τεχνικές οδηγίες για το ραδιόφωνο, το τηλέφωνο, το στερεοφωνικό ή μερικά

φυλλάδια που σου λένε πώς να γίνεις πλούσιος».

Και στις ταινίες που παίξατε δεν διαβάσατε προηγουμένως τα σενάρια;

«Ποτέ! Σε καμία από τις 35 που έχω παίξει. Το μυαλό μου δεν κάνει επαφή με τις

γραμμένες λέξεις (Ι dont respond to writen words). Και για το μέλλον μου έχω

αποφασίσει να μη συνεργαστώ με επαγγελματίες. Ποτέ».

Και το κουνέλι στο τέλος της ταινίας;

«Όποιο μέρος φιλοξενεί κουνελάκια και ελαφάκια το αισθάνομαι σαν το σπίτι μου.

Για μένα αυτά τα μέρη είναι ονειρικά».

Είδατε πουθενά στις Κάννες κουνέλια;

«Για μένα οι Κάννες είναι ο ευλογημένος τόπος της κουλτούρας. Οι Ευρωπαίοι

ενδιαφέρονται για τον κινηματογράφο που κάνω. Ένα σας λέω. Αν παιζόταν το

“Dogville” σε αμερικανικό φεστιβάλ, το πρώτο πράγμα που θα ρωτούσαν οι

δημοσιογράφοι τον Λαρς φον Τρίερ είναι (επί λέξει): Did you fuck Nicole Kidman;»

«Πώς απέλυσα τη Γουινόνα Ράιντερ»

«Στην αρχή σκέφτηκα να πάρω μια μεγάλη σταρ του Χόλιγουντ. Γιατί; Επειδή το

όνομά της θα έσπρωχνε την ταινία. Σκέφτηκα την Κίρστεν Ντανστ αλλά μόλις

τηλεφώνησα στην ατζέντισσά της κι εκείνη άρχισε να μου γανώνει τ’ αυτιά με

κουβέντες του τύπου “η Κίρστεν είναι η νέα Τζούλια Ρόμπερτς” της είπα “good”

και της έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά πλησίασα τη Γουινόνα Ράιντερ. Ήταν η

χειρότερη εποχή γι’ αυτήν, μόλις ένα βήμα πριν την χώσουν φυλακή. Καταλάβαινα

την κατάστασή της γιατί στο παρελθόν είχα γνωρίσει πολλές γκόμενες που ήταν

χωμένες στα ναρκωτικά μέχρι τ’ αυτιά. Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ήταν κάτω

από την επήρεια κάποιας ξένης ουσίας. Διαρκώς μου μιλούσε χαϊδευτικά “γιες

χάνι” και άλλα τέτοια. Τέλος πάντων δέχτηκε χωρίς μάλιστα να με παραπέμψει

στον αντζέντη της. Όλους αυτούς τους απεχθάνομαι, αν και οφείλω να πω ότι ο

δικός μου, με τον οποίο έχω διακόψει κάθε επαφή και δεν ξέρω γιατί, ήταν ο

καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου. Έρχεται λοιπόν η Γουινόνα αλλά μαζί

της έφερε και τις συνήθειές της. Αργούσε στα γυρίσματα, φορούσε μάσκα στα

μάτια για να κοιμάται περισσότερο και έβαζε ωτασπίδες. Βαρούσα την πόρτα του

ξενοδοχείου αλλά αυτή δεν ξυπνούσε ούτε με κανόνια. Άσε που στην τσάντα της

είχε κάτι περίεργες ταμπλέτες. Στο τέλος φώναξα δυνατά “εγώ ο ασήμαντος θα

απολύσω τη Γουινόνα Ράιντερ”. Και την απέλυσα!».