Η ιστορία της συγκεκριμένης απειλητικής φράσης ανάγεται την εποχή της

Ενετοκρατίας και «γεννήθηκε» στην Πάργα. Οι κατακτητές λοιπόν είχαν δεσμευθεί

να παρέχουν μια σειρά προνομίων στους Έλληνες κατοίκους, όπως η προσφορά

ενενήντα οκάδων αλατιού σε κάθε οικογένεια, γλυκισμάτων και… αχλαδιών, μία

φορά τον χρόνο. Με το πέρασμα του χρόνου όμως οι Ενετοί «ξέχασαν» και τις

τηγανίτες και το αλάτι, αλλά διατήρησαν τη συνήθεια να επιτρέπουν στους

Έλληνες να γεμίζουν με ώριμα αχλάδια τα ειδικά ομοιόμορφα σακίδιά τους.

Οι κάτοικοι της Πάργας, λοιπόν, στέκονταν μία φορά τον χρόνο έξω από το

διοικητήριο και περίμεναν να αρχίσει η διανομή των αχλαδιών. Συχνά η παραγωγή

δεν ήταν αρκετή και δεν επαρκούσε για όλους τους αποδέκτες, οπότε και άρχιζαν

και οι καβγάδες, ιδιαιτέρως όταν οι Ενετοί κατηγορούσαν τους Έλληνες πως είχαν

φτιάξει μεγαλύτερα σακίδια από τα προβλεπόμενα. Κατάληξη των επεισοδίων ήταν

συνήθως η σύγκριση των σάκων, ώστε να διαπιστωθεί αν είχαν γίνει ή όχι…

παραβάσεις, όπως εξηγεί ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης στο βιβλίο

του «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη). Με αποτέλεσμα να

μείνει από εκείνη τη συνήθεια η συγκεκριμένη φράση.