|
|
|
|
Είναι χρόνια τώρα που ήθελα να τολμήσω και να πω ότι το σύγχρονο ελληνικό
τραγούδι, ως λόγος λυρικός, ανήκει στη μεγάλη σχολή του νεοελληνικού λυρισμού.
Και αυτό δεν είναι μια γνώμη κατ’ οικονομίαν ούτε επιπόλαιη κρίση ούτε
πρόχειρος λογοτεχνικός ατεκμηρίωτος χαρακτηρισμός. Είναι μια μελετημένη σε
βάθος και με ευθύτητα ευθύνης διαπίστωση, που βασίζεται και στα τεκμήρια
αυθεντικότητας και στο ευρύ φάσμα της θεματικής και σε καθαρά μορφολογικά
δεδομένα.
Ο Λυρισμός είναι η μεγάλη ανακάλυψη κυρίως των Ελλήνων, δεδομένου ότι τα
λυρικά ποιήματα που μας έρχονται από άλλους μεσογειακούς λαούς είτε είναι
θρησκευτικά, λατρευτικά και αποτρεπτικά ποιήματα ή, όταν έχουν, ένα
υποκειμενικό προσωπικό στοιχείο μάς παραδίδονται ανώνυμα. Ο αρχαίος ελληνικός
λυρισμός, από τον Αρχίλοχο και τη Σαπφώ έως τους συνταρακτικούς
επιγραμματοποιούς των Αλεξανδρινών χρόνων και από τους Βυζαντινούς υμνογράφους
έως τις κρητικές μαντινάδες και από τα Άνθη Ευλαβείας έως την «Αγνώριστη» του
Διονυσίου Σολωμού, γεφυρώνουν την απόσταση από το έπος στο δράμα. Ο Λυρισμός
είναι η ανύψωση του επιφωνήματος, της προσωπικής υποκειμενικής φωνής στην
περιωπή της μουσικής κραυγής. Το πάθος, το ατομικό δράμα ενταγμένα μέσα στους
νόμους της μουσικής. Από τη Σαπφώ έως τον Ρωμανό τον Μελωδό, η λυρική ποίηση
είναι σύμφυτη με τη μουσική. Λόγος και μέλος συνυπάρχουν και το ένα αναδύεται
από τον βυθό του άλλου. Πώς να ξεχωρίσεις την ποίηση και να την απορφανίσεις
από τη Λύρα; Λυρικοί και Μελικοί είναι οι μεγάλοι ποιητές, αλλά και οι
ελάσσονες που ορθώνονται ως προσωπικές ατομικές προβολές μέσα από την
αντικειμενική επική μάζα και διεκδικούν ένα μερίδιο στη μεγάλη κραυγή, στον
αλαλαγμό, στον βόγκο, στον ενθουσιασμό, στην απελπισία και στην ευχή της
υπάρξεως. Από τον Σολωμό και τους Επτανησίους λυρικούς εκκινεί το μεγάλο
σύγχρονο ελληνικό λυρικό ποτάμι. Αφήνω, προς το παρόν, για άλλη προσέγγιση
τους μείζονες ποιητές και ας εντοπίσουμε τα θέματα και τις φόρμες που
καλλιέργησαν στον θαυμαστό μπαξέ τους οι λεγόμενοι ελάσσονες ποιητές, που για
μένα προσωπικά είναι μείζονες ποιητές για τα μικρά πράγματα. Η λύρα των
ποιητών από την εποχή της Σαπφούς τραγούδησε και τα καθημερινά, τα οικεία, τα
φθαρτά, τα θνητά. Τη μοναξιά της ερωτικής ερημιάς, τη νοστιμιά της ερωτικά
σκιρτώσης παιδίσκης, τη ρημαΐλα του γήρατος, τα άδεια κρεβάτια των συζύγων που
φύγαν για τον πόλεμο, τη μελαγχολία του Σαββατόβραδου, την ευφορία της
ερωτικής προσδοκίας, την απελπισία της εγκατάλειψης, τον θρήνο, τα δάκρυα των
πραγμάτων, τα βάσανα της ξενιτιάς, το πικρό ψωμί της εξορίας, τις νύχτες χωρίς
φεγγάρι. Υπάρχει μια συνταρακτική αλληλεγγύη των διάσημων, των ανώνυμων, των
αποσυνάγωγων λυρικών ποιητών.
Γράφει η Σαπφώ και μεταφράζω: Έδυσεν η Σελήνη, έδυσεν και η Πούλια,
είναι μεσάνυχτα, περνούν οι ώρες κι εγώ κοιμάμαι μοναχή.
Ακούστε τώρα έναν ανώνυμο απελπισμένο του έρωτα σ’ ένα ομόθεμο με της Σαπφούς
δημοτικό δίστιχο: Το φεγγαράκι πάει μπροστά κι η Πούλια πάει πίσω κι εγώ το
κακορίζικο δε βρίσκω ν’ αγαπήσω. Και στον αιώνα μας ο ρεμπέτης Καλδάρας στον
τραγικό εμφύλιο: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι το σκοτάδι είναι βαθύ κι όμως ένα
παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί». Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ανήκει σ’ αυτό το
μεγάλο συγγενολόι. Τα ποιήματά του έχουν τα ίδια θέματα με τα ποιήματα του
Δροσίνη, του λυρικού Παλαμά, του Πορφύρα, του Μαλακάση, του Χατζόπουλου, του
Φιλλύρα, του Κυριαζή, της Μυρτιώτισσας, της Πολυδούρη, του Αθάνα, του
Εφταλιώτη, του Ουράνη, γιατί όχι του Βιζυηνού. Γιατί είναι λιγότερο
χαριτωμένοι και λυγεροί οι στίχοι «Δελφίνι, δελφινάκι, τρέξε πιο γρήγορα, να
δω τα γυριστά της τα ματοτσίνορα» από τους στίχους του Βιζυηνού «εψές είδα
στον ύπνο μου ένα βαθύ ποτάμι, Θεός να μην το κάμει να βγει αληθινό»; Γιατί το
«Θέατρο» του Πορφύρα είναι καλύτερο συμβολικό ποίημα από το «Άγαλμα» του
Παπαδόπουλου; Γιατί το «Πάλι βρέχει», του Μελαχρινού, είναι τρυφερότερο και
μελαγχολικότερο ποίημα από το «Παλιό Ρολόι» του Λευτέρη;
Ο Λευτέρης βεβαίως δεν είναι μόνος. Πριν από αυτόν ο Αττίκ, ο Χαιρόπουλος, ο
Αρίας, ο Κοφινιώτης, ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Περγιάλης, ο Τραϊφόρος, κυρίως ο
Πυθαγόρας, ο μέγας λυρικός Νίκος Γκάτσος, ο στέρεος Γκούφας, ο Ανδρεόπουλος
και η ανεπανάληπτη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο έξοχος Κώστας Βίρβος άφησαν
δείγματα μεγάλης λυρικής τόλμης, ισάξια και συχνά πιο εμπνευσμένα από τα
περισσότερα που γράφτηκαν και διαβάστηκαν στον Μεσοπόλεμο. Συνοδοιπόροι του
Λευτέρη Παπαδόπουλου οι ακμαίοι, ευαίσθητοι, συχνά πρωτότυποι και πάντα έξοχοι
δημιουργοί πυκνής μορφής στίχων: ο Νεγρεπόντης, ο Χριστοδούλου, ο Κινδύνης, ο
Άκος Δασκαλόπουλος, ο Ερρίκος Θαλασσινός (για να τιμήσω πρώτα τούς τόσο πρόωρα
φευγάτους) και οι συνυπάρχοντες Μάνος Ελευθερίου, Γ. Σκούρτης, Γ. Κακουλίδης,
Ι. Καμπανέλλης, Μπουρμπούλης, Αλ. Αλκαίος, Τριπολίτης, Νικολακοπούλου και
τόσοι άλλοι. Δεν αναφέρω εδώ τα ποιήματα σημαντικών ποιητών που μελοποιήθηκαν
από συνθέτες και έγιναν τραγούδια, αν και ο Λειβαδίτης π.χ. έγραψε μετρημένη
προς μελοποίηση στιχουργία πλάι στον ελεύθερο στίχο του.
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ξεχωρίζει μέσα στην πλειάδα αυτή με το μεγάλο
πλήθος των θεμάτων του, την ποικιλία των ιδεών του, την ευρηματικότητα των
μορφών που κάθε φορά επινοεί για να προβάλει τις εικόνες του, τη λιτότητα των
συμβόλων του, το λαϊκό άρωμα της σκηνογραφίας του, τη σεμνότητα των ηθών που
διακρίνει τα ποιητικά του πρόσωπα, την παντελή έλλειψη μελοδραματικών
εξάρσεων, την άρνησή του να υποκύψει σε συναισθηματικούς εκβιασμούς, σε
κραυγές ή σε φτηνές κορώνες. Υπηρέτησε μια ποίηση τρυφερή, αδρή, ρωμαλέα, ποτέ
μίζερη, ποτέ φτωχοπροδρομική, πάντα ελληνική ως χειρονομία και ως ύφος, ποτέ
ελληνοκαπηλική και εθνοπρεπή! Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος τραγούδησε απλές χαρές,
πίκρες, πάθη και πόθους του καθημερινού συμπολίτη του, δάκρυσε χωρίς να
ντρέπεται για τη συγκίνησή του, λάτρεψε την ομορφιά στα μάτια μιας γυναίκας,
στη στροφή ενός δρομίσκου μιας φτωχογειτονιάς. Απαθανάτισε ένα σακάκι, μια
τραγιάσκα, ένα πουκάμισο μετά τη δουλειά, πριν από τον έρωτα, στη μικρή
καμαρούλα, στο λαϊκό καφενείο, στο γήπεδο, στην αλάνα, στο έρημο πάρκο. Ύψωσε
ύμνο σεμνό, άλλοτε βουβό θρήνο στα χαμένα όνειρα, στα τσαλαπατημένα νιάτα, στη
γενιά που πάσχισε και δεν μπόρεσε, στον έρωτα που ματαιώθηκε και στη χαρά που
δεν έφτασε στην αλαζονεία.
Όχι, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν έχει να ζηλέψει τίποτα και κανέναν από τους
μεγάλους μας λυρικούς. Αντίθετα μαζί με τους άξιους συνοδοιπόρους του και τους
σημαντικότερους συνθέτες που ανακάλυψαν τη μουσική που κρυβόταν στους στίχους
του αποκατέστησαν τον λυρισμό που για χρόνια είχε στερηθεί τη λύρα. Ξαναέφεραν
τη μεγάλη ποίηση, τον ακαριαίο ποιητικά λόγο στο στόμα του λαού μας. Αν ο
Λευτέρης, ο Μάνος, ο Γκάτσος, ο Βίρβος, ο Καμπανέλλης, ο Πυθαγόρας, ο
Χριστοδούλου δεν είχαν προετοιμάσει, προλειάνει το έδαφος, δεν θα μπορούσε να
γίνει δεκτή η μελοποιημένη ποίηση του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, του Ελύτη,
ακόμη και του Κάλβου. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ως κορυφαίος της γενιάς του,
μας συνέδεσε με το υπόγειο ρεύμα που μας οδηγεί στο δημοτικό τραγούδι, στον
Ρωμανό, στο Άσμα Ασμάτων, στη Σαπφώ. Ο Λευτέρης λευτέρωσε τις κρυφές μας
συγκινήσεις και τις έκανε λυτρωτική δημόσια εξομολόγηση.

