Από τη γέννηση του καπιταλισμού, οι οικονομίες των αγορών παρουσίασαν μεγάλες

διακυμάνσεις, από αναπτυξιακές εκρήξεις έως και μεγάλες κρίσεις. Οι

καπιταλιστικές οικονομίες δεν μπορούν να αυτορρυθμιστούν: οι δυνάμεις των

αγορών μπορούν μακροπρόθεσμα να οδηγήσουν μια οικονομία σε καθεστώς πλήρους

απασχόλησης, παραδέχθηκε ο Κέυνς. Ωστόσο, ο ίδιος είπε ότι μακροπρόθεσμα θα

είμαστε όλοι νεκροί. Ο Κέυνς προτείνει ξεκάθαρες συνταγές για τους δύσκολους

οικονομικούς καιρούς: επεκτατική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική.

Πίστευε ότι η δημοσιονομική πολιτική είναι εξαιρετικά σημαντική σε καταστάσεις

όπου η νομισματική πολιτική είναι πιθανόν να παρουσιάζεται αναποτελεσματική.

Η καρδιά των προβλέψεων

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, η οικονομική θεωρία του Κέυνς αποτελεί την

καρδιά των οικονομικών προβλέψεων και της οικονομικής πολιτικής. Οι περίοδοι

ανάπτυξης είναι μεγαλύτερες και οι περίοδοι υφέσεων γίνονται συνεχώς

μικρότερες και λιγότερης έντασης, επειδή οι συνταγές του Κέυνς λειτουργούν

αποτελεσματικά. Βεβαίως, η θεωρία και η πρακτική έχουν αναθεωρηθεί. Η θεωρία

της ασυμμετρικής πληροφόρησης προσφέρει γνώση πολλών νέων βασικών στοιχείων

της μοντέρνας μακροοικονομικής θεωρίας. Ωστόσο, κάποια από τα πιο απλά αρχικά

συμπεράσματα, όπως το γεγονός ότι η προσωρινή μείωση της φορολογίας

εισοδήματος είναι απίθανο να αποδειχθεί αποτελεσματική, ενώ η προσωρινή παροχή

φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις είναι αποτελεσματικότερη, ισχύουν ακόμη

και σήμερα.

Ο Joseph Stiglitz είναι Κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Οικονομικών, καθηγητής

στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, έχει διατελέσει επικεφαλής του Συμβουλίου

Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον και

επικεφαλής οικονομολόγος και αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας

Από τις αποτυχίες της οικονομικής πολιτικής, όπως και από τις επιτυχίες,

μαθαίνουμε πολλά. Όταν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανάγκασε τις οικονομίες

της Ανατολικής Ασίας να προχωρήσουν σε μεγάλες περικοπές δαπανών, το

οικονομικό προϊόν αυτών των χωρών μειώθηκε ­ ακριβώς όπως προέβλεπε η

κεϋνσιανή θεωρία.

Αντιρρήσεις

Στις αρχές του 1998, όταν ήμουν επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας

Τράπεζας, εναντιώθηκα στη στάση που κράτησαν το αμερικανικό υπουργείο

Οικονομικών και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσον αφορά τη χρηματοοικονομική

κατάρρευση της Ρωσίας. Υποστήριζαν ότι οποιοδήποτε κέντρισμα της ρωσικής

οικονομίας θα προκαλούσε πληθωρισμό. Επρόκειτο για μια αξιοσημείωτη ομολογία:

μέσω των μεταβατικών τους πολιτικών, κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια, να

μειώσουν το παραγωγικό δυναμικό της δεύτερης μεγαλύτερης υπερδύναμης

περισσότερο από 40%. Πρόκειται για ένα επίτευγμα που δεν θα είχε καταφέρει

ούτε ένας πόλεμος.

Η μείωση αυτή δεν αφορούσε μόνο τη συρρίκνωση των στρατιωτικών δαπανών, αλλά

και τον βιομηχανικό και αγροτικό τομέα. Τον Αύγουστο του 1998, με την

υποτίμηση του ρουβλίου, δοκιμάσαμε την εναλλακτική λύση που βασιζόταν στην

κεϋνσιανή θεωρία: η παραγωγή αυξήθηκε κατακόρυφα και σχετικά σύντομα,

αποδεικνύοντας ότι οι πολιτικές που βασίζονται στην υπερβολική δημοσιονομική

περιστολή προκάλεσαν την αχρησία των ανθρώπινων και φυσικών πόρων, καθώς και

ύφεση.

Δεν αναγνώρισε το λάθος

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν πήρε

σύντομα το μάθημά του. Ενώ εμμέσως αναγνώρισε τα λάθη δημοσιονομικής πολιτικής

που έκανε στην Ανατολική Ασία, τα επανέλαβε στην Αργεντινή, αναγκάζοντάς την

να μειώσει τις δημοσιονομικές της δαπάνες. Η μείωση αυτή όξυνε ακόμη

περισσότερο την ύφεση και αύξησε κατακόρυφα την ανεργία σε σημείο που

εκδηλώθηκε κοινωνική κρίση. Ακόμη και τώρα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν

έχει αναγνωρίσει το λάθος του: εξακολουθεί να θεωρεί ως προϋπόθεση παροχής

οικονομικής βοήθειας τη μείωση των δημοσιονομικών δαπανών.

Η «θεωρία» του ΔΝΤ

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξακολουθεί να επιμένει σε μια εναλλακτική

οικονομική «θεωρία», αυτήν που ο Κέυνς πολέμησε με μανία πριν από εξήντα

χρόνια. Με λίγα λόγια, ο Κέυνς πολέμησε τη θεωρία ότι μόνο εάν μειωθούν τα

ελλείμματα μιας χώρας, η «αξιοπιστία» της οικονομίας της θα αποκατασταθεί, οι

επενδύσεις θα επιστρέψουν και στη συνέχεια η οικονομία θα κινηθεί και πάλι

προς καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Σύμφωνα με τη «θεωρία» του ΔΝΤ, οι

επενδυτές που βλέπουν την κυβέρνηση μιας χώρας να μειώνει τα ελλείμματα,

συρρέουν σε αυτή τη χώρα, η οικονομική ανάπτυξη ανακάμπτει και η οικονομική

πολιτική της κυβέρνησης δικαιώνεται. Οι δημοσιονομικοί στόχοι της κυβέρνησης

εκπληρώνονται. Το προσωρινό κόστος δημιούργησε μεγάλα οφέλη.

Βασικά προβλήματα

Δεν γνωρίζω καμιά χώρα που αυτή η συνταγή να αποδείχθηκε επιτυχημένη, αφού σε

αυτήν τη θεωρία υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα. Η αξιοπιστία είναι σημαντική,

αλλά αποτελεί μόνο έναν παράγοντα. Για παράδειγμα, ακόμη και αν οι επενδυτές

στις τηλεπικοινωνίες θεωρούν αξιόπιστη την αμερικανική οικονομία, δεν

πρόκειται να επενδύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες για την κατασκευή περισσότερων

δικτύων οπτικών ινών, καθώς σε αυτόν τον κλάδο υπάρχει υπερβάλλον παραγωγικό

δυναμικό. Αντίστοιχα, οι εξαγωγικές βιομηχανίες της Αργεντινής είναι απίθανο

να προσελκύσουν ξένους επενδυτές, άσχετα με το ύψος του δημοσιονομικού

ελλείμματος, με δεδομένο το υπερτιμημένο νόμισμα της χώρας, τις χαμηλές τιμές

των εξαγωγικών προϊόντων της και τις ξένες αγορές που παραμένουν κλειστές για

τα προϊόντα της χώρας.

Η αξιοπιστία

Ακόμη και αν η «αξιοπιστία» ήταν ο μοναδικός πιο σημαντικός παράγοντας, τα

ελλείμματα δεν είναι ο μόνος ή πιο σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την

αξιοπιστία μιας οικονομίας.

Μια χώρα που βρίσκεται σε ύφεση ή οικονομική κρίση δεν είναι αξιόπιστη. Οι

περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές το μόνο που κάνουν είναι να οξύνουν τις

υφέσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι επενδυτές επιλέγουν να κρατούν στάση

αναμονής.

Καθώς θα περιμένουν, δεν θα τους αρέσει αυτό που βλέπουν. Και σε τελευταία

ανάλυση, το πρώτο αποτέλεσμα της μείωσης των δημοσιονομικών δαπανών είναι η

περαιτέρω μείωση του εισοδήματος και της αποδοτικότητας των επενδύσεων. Με τη

μείωση του εθνικού εισοδήματος, μειώνονται και τα φορολογικά έσοδα και αν μια

χώρα έχει κάποιο είδος κοινωνικού δικτύου ασφαλείας, οι δαπάνες της

αυξάνονται.

Η προσδοκώμενη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης δεν υλοποιείται. Σε αυτό

το σημείο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποστηρίζει ότι η χώρα δεν κατάφερε

να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Ωστόσο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι

αυτό που πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο, αφού επιμένει σε μια οικονομική θεωρία η

οποία έχει απορριφθεί εδώ και πολλά χρόνια.

Μεταξύ του 1999 και του 2001, η κεντρική κυβέρνηση της Αργεντινής κατάφερε να

μειώσει τις δαπάνες της κατά 10%. Τι θα είχε συμβεί αν οι περιφερειακοί

κυβερνήτες της χώρας υιοθετούσαν τη λογική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου;

Πιστεύω ότι η ύφεση θα εμφανιζόταν πολύ πιο σύντομα και με μεγαλύτερη οξύτητα.

Το σημερινό επίπεδο της ανεργίας που ξεπερνά το 20% (και επιπλέον «κρυμμένη»

ανεργία 10%-15%) θα εμφανίζονταν πριν από τον περασμένο Δεκέμβριο. Οι ταραχές

και οι κοινωνικές αντιδράσεις θα ξεσπούσαν πολύ νωρίτερα.

Δεν είναι για πειράματα

Τα οικονομικά είναι ένα δύσκολο αντικείμενο, επειδή δεν μπορούμε να

πραγματοποιήσουμε ελεγχόμενα πειράματα. Δεν υπάρχουν δυο ή τρεις Αργεντινές,

μια πριν από το πείραμα που περιέγραψα παραπάνω και μια άλλη που θα υιοθετούσε

τις πολιτικές που προτιμώ εγώ.

Ωστόσο, έχουμε έναν πλούτο εμπειριών από τον οποίο μπορούμε να διδαχθούμε. Ο

πλούτος αυτός δείχνει μόνο προς μια κατεύθυνση: οι διδασκαλίες του Κέυνς είναι

ακόμη ζωντανές και η Αργεντινή θα βρισκόταν σήμερα σε καλύτερη κατάσταση αν

είχε υιοθετήσει τα μαθήματά του.

(c) Project Syndicate, Μάιος 2002

Επιμέλεια διεθνών οικονομικών θεμάτων: Σπύρος Δημητρέλης, Γιώργος Κανελλόπουλος