Νέα δεδομένα στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής

Ένωσης διαμορφώνει η εισαγωγή του ευρώ, η οποία συμπίπτει και με την περαιτέρω

ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, που θα χρησιμοποιείται από μια αγορά 370

εκατομμυρίων καταναλωτών, σε συνδυασμό και με το Διαδίκτυο, αναμένεται να

μειώσουν δραστικά το κόστος διακίνησης προϊόντων και υπηρεσιών από χώρα σε

χώρα, γεγονός που αναμένεται να κλιμακώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών

επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ενιαία πλέον ευρωπαϊκή αγορά.

Το νέο οικονομικό περιβάλλον, που διαμορφώνεται με ταχύτατους ρυθμούς, ασκεί

ασφυκτικές πιέσεις και στις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες αναδιατάσσουν

τις δυνάμεις τους, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους και

παράλληλα τη σύνδεσή τους με την αγορά του Διαδικτύου, η οποία εκτιμάται ότι

στο εγγύς μέλλον θα αποτελέσει ένα από τα βασικότερα κανάλια διείσδυσής τους

στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Όπως επισημαίνεται σε έρευνα του Συνδέσμου για τη Νομισματική Ενωση της

Ευρώπης, στον οποίο συμμετέχουν κορυφαίοι Ευρωπαίοι βιομήχανοι, το ευρώ θα

οδηγήσει σε σοβαρές μειώσεις του κόστους, που σχετίζεται με συναλλαγές σε

συνάλλαγμα, καθώς οι πράξεις εξασφάλισης έναντι συναλλαγματικών κινδύνων θα

καταστούν περιττές, οι τιμοκατάλογοι θα εκφράζονται μόνο σε ευρώ και έτσι οι

επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να διαμορφώνουν χαμηλότερες τιμές στις αγορές

στις οποίες πραγματοποιούν εξαγωγές.

Το νέο αυτό δεδομένο, που συνδέεται με την εισαγωγή του ευρώ, θα έχει ως άμεσο

αποτέλεσμα την αύξηση του όγκου των εισαγομένων στην Ελλάδα ευρωπαϊκών

προϊόντων, γεγονός που θα ασκήσει έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις σε ομοειδή

προϊόντα, που παράγονται στην εγχώρια αγορά.

Παράλληλα, όμως, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ίδιου Συνδέσμου, το ευρώ θα

ευνοήσει και τις άμεσες επενδύσεις από τρίτες χώρες, γεγονός που θα εντείνει

ακόμη περισσότερο τον εισαγόμενο ανταγωνισμό.

Αντίστοιχα, τα ίδια δεδομένα διαμορφώνουν ευνοϊκότερους όρους και για τη

διακίνηση των εξαγώγιμων ελληνικών προϊόντων στις αγορές της Ευρωπαϊκής

Ένωσης.

Ταυτόχρονα, στη μάχη του ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που

δραστηριοποιούνται στον χώρο του εμπορίου, άρχισε να χρησιμοποιείται και το

όπλο του Διαδικτύου, μέσω του οποίου, σύμφωνα με συγκλίνουσες εκτιμήσεις, θα

πραγματοποιείται σε πέντε χρόνια το 40% των εμπορικών συναλλαγών.

Η ελληνική απάντηση

Η πρόκληση του ευρώ και της ενιαίας αγοράς των 370 εκατομμυρίων καταναλωτών

δεν έχει φυσικά αφήσει αδιάφορες και τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες

προκειμένου να ισχυροποιήσουν τη θέση τους, τόσο στην εγχώρια όσο και στην

ευρωπαϊκή αγορά, έχουν προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού,

καθώς και σε εξαγορές και στρατηγικές συμμαχίες, τόσο επί ελληνικού όσο και

επί ευρωπαϊκου εδάφους.

Όπως εκτιμά ανώτερο στέλεχος της εταιρείας Σαράντης, «η εφαρμογή του κοινού

νομίσματος θα αυξήσει τις δυνάμεις του ανταγωνισμού και θα ασκήσει μεγάλες

πιέσεις στο ελληνικό εμπόριο. Από την άλλη, όμως, αποτελεί μεγάλη ευκαιρία για

τις υγιείς και ανταγωνιστικές ελληνικές επιχειρήσεις, λόγω της μείωσης του

συναλλαγματικού κινδύνου, της πτώσης των επιτοκίων και της διερεύνησης του

γεω-οικονομικού πλαισίου δραστηριοποίησης».

Ταυτόχρονα, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις ετοιμάζονται, άλλες με ταχείς

και άλλες με βραδύτερους ρυθμούς, να αντιμετωπίσουν μια άλλη πρόκληση που

είναι η σύνδεσή τους με τον κόσμο του Διαδικτύου, καθώς όσες μείνουν «εκτός

νυμφώνος» θα αντιμετωπίσουν σοβαρα προβλήματα επιβίωσης.

Η πρώτη κίνηση για την ηλεκτρονική παρουσία των ελληνικών επιχειρήσεων στις

διεθνείς αγορές άρχισε με πρωτοβουλία του Ελληνικού Οργανισμού Εξαγωγικού

Εμπορίου, ο οποίος αναμένεται να θέσει σε λειτουργία σε περίπου ένα χρόνο από

σήμερα το Κέντρο Ηλεκτρονικού Εμπορίου, μέσω του οποίου οι ελληνικές

εξαγωγικές επιχειρήσεις, και όχι μόνο, θα αναζητούν προμηθευτές, θα

διαφημίζουν, αλλά και θα πωλούν, τα προϊόντα τους στις ξένες αγορές, καθώς θα

συνδέονται με περίπου 50 αντίστοιχα ηλεκτρονικά κέντρα στις κυριότερες αγορές.

Όπως επισημαίνει εκπρόσωπος της διοίκησης του ΕΟΕΕ: «Οι επιχειρήσεις, που δεν

θα έχουν τη δυνατότητα ή την ετοιμότητα να “δικτυωθούν”, και μάλιστα με

αποτελεσματικό τρόπο, θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα επιβίωσης, ενώ παράλληλα τα

νέα δεδομένα μάρκετινγκ, κοστολόγησης, διερεύνησης αγορών και ανάπτυξης νέων

προϊόντων και υπηρεσιών, θα δημιουργήσουν τεράστια προβλήματα κόστους και

προσαρμογής στις επιχειρήσεις, που δεν θα έχουν την κατάλληλη επιφάνεια και

προετοιμασία να τα αντιμετωπίσουν».

Οι πρώτες ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει μέχρι στιγμής ενδιαφέρον

για συμμετοχή στην πιλοτική εφαρμογή του Κέντρου Ηλεκτρονικού Εμπορίου του

ΕΟΕΕ είναι οι Atena Gold, Extral, Morris, Γενική Τροφίμων, Δημ. Κουρτάκης, Ε.

Τσάνταλης, Ελληνική Εταιρεία Μπισκότων, Κιλίμης ΕΣ-ΚΑ, Κόνεξ, Μέλισσα-Κίκιζας,

Μίσκο, Ξιφίας, Πάλλας-Λάβδας, Παπαγιαννούλη Αφοι, Παπαδόπουλος Ε.Ι. και ΦΑΓΕ.