Μεσημέρι προς απόγευμα καλοκαιριού στο χωριό Τεφέλι Μονοφατσίου του Ηρακλείου

Κρήτης. Τα τζιτζίκια, με το γνωστό ήχο τους, διακόπτουν την ησυχία. Μια παρέα

στη πλατεία ρουφάει την πορτοκαλάδα Παραθάμνα.

Την ίδια στιγμή, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, στο Πήλιο, κάποιοι απολαμβάνουν

στο γυάλινο μπουκάλι τη λεμονάδα ΕΨΑ. Στα Τρίκαλα πάλι ένα κύμα γλυκιάς

δροσιάς έρχεται ταυτόχρονα με μια γουλιά βυσσινάδας Κλιάφα. Στις διακοπές,

τουλάχιστον, έχει τη δυνατότητα να καταλάβει κανείς ότι στην Ελλάδα αναψυκτικά

δεν είναι μόνο οι… γνωστές Κόλα. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, οι μικρές

βιομηχανικές μονάδες παραγωγής αεριούχων ποτών έχουν σημαντική οικονομική

παρουσία στις τοπικές κοινωνίες. Οι περισσότερες από αυτές έχουν ιστορία που

φτάνει ακόμα και πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενώ οι συνταγές των

αναψυκτικών είναι ηλικίας ακόμα και 100 ετών.

Οικογενειακή υπόθεση

Το 1938 ο Απόστολος Μαυρόπουλος, πρόσφυγας, βρίσκει νερό από γεώτρηση στο

Τεφέλι Μονοφατσίου. Με αυτό το νερό, προσθέτοντας ζάχαρη, διοξείδιο του

άνθρακα και χυμούς φρούτων, παρασκεύαζε αναψυκτικά. Από τότε μέχρι σήμερα

κυκλοφορούν τα Παραθάμνα που έχουν πάρει το όνομά τους από το βουνό που

βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το χωριό. Κάποτε, μάλιστα, κυκλοφορούσε και η

περίφημη Ζελίτα. Η Παραθάμνα είναι καθαρά οικογενειακή επιχείρηση, απασχολεί

15 άτομα και παράγει περισσότερα από 800 κασόνια την εβδομάδα. Αυτή είναι πάνω

κάτω η ιστορία πολλών επιχειρήσεων τέτοιων ποτών. «Το 1927, ο πατέρας μου

έφτιαχνε γκαζόζα και λεμονάδα», διηγείται με τη σειρά του ο Κ. Κλιάφας,

ιδιοκτήτης των αναψυκτικών Κλιάφα στα Τρίκαλα. Σήμερα μπορεί να τα βρει κανείς

ακόμα και στην Αθήνα, σε σούπερ μάρκετ της περιοχής της Καλλιθέας. Οι μικρές

αυτές μονάδες διακρίνονται και για την πρωτοτυπία των γεύσεων που προσφέρουν.

Η Τζιτζιμπύρα είναι παράδειγμα αυτής της περίπτωσης. «Λεμονάδα φρέσκια,

ανακατεμένη με ποτό Τζίντζερ από την Κίνα, νερό και ζάχαρη. Ογδόντα χρόνια

τώρα αυτό είναι το επίσημο ποτό της Κέρκυρας», λέει με περηφάνια η Μαρίνα

Χειμαριά, ιδιοκτήτρια της μικρής επιχείρησης. Μηλάδα με ανθρακικό παρασκευάζει

με τη σειρά της η Νέκταρ. Οι παράξενες γεύσεις δεν είναι η μόνη ιδιαιτερότητα

της Σερραϊκής βιοτεχνίας. «Τα προϊόντα της εταιρείας μας διακινούνται από

Κρήτη και Ρόδο έως Ορεστιάδα, ξεπερνώντας τα στενά όρια της έδρας μας»,

δηλώνει ο τεχνικός διευθυντής της βιοτεχνίας, Σωτήρης Καβαλιώτης.

Την απάντησή της στην Κόκα Κόλα δίνει η Πάτρα με την Κόλα – One. Προκειται για

το αναψυκτικό της εταιρείας Λουξ. «Η εταιρεία μας είναι ραγδαία αναπτυσσόμενη.

Είναι οικογενειακή, ενώ πριν από λίγα χρόνια πραγματοποίησε επενδύσεις άνω του

1.000.000.000 δραχμών», τονίζει ο Κωνσταντίνος Μαρλαφέκας, εκ των ιδιοκτητών

της εταιρείας. Στον Βόλο, πάλι, παράγεται συνεχώς εδώ και 75 χρόνια η λεμονάδα

ΕΨΑ. Στην πόλη Αγριά η οικογένεια Κοσμαδοπούλου ίδρυσε τη χυμοποιία, θέλοντας

να εκμεταλλευτεί τα λεμόνια που έμεναν απούλητα στην περιοχή λόγω μεγάλης

παραγωγής. Η ΕΨΑ πέρασε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τραπέζης, για να καταλήξει

στην οικογένεια Τσαούτου. Τα αναψυκτικά ΕΨΑ πωλούνται και στην Αθήνα από

μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ.

Συνταγή 100 χρόνων

Σε μία παραδοσιακή συνταγή 100 χρόνων βασίζεται η σουμάδα της Χίου. «10.000

μπουκάλια παράγονται τον χρόνο και ο στόχος μας είναι να φτάσουμε ακόμα

υψηλότερους αριθμούς», τονίζει ο Αντώνης Καλίτσης, προϊστάμενος Διασφάλισης

Ποιότητας της εταιρείας Σαράντη που παράγει τη σουμάδα, ενώ μας αποκαλύπτει το

μυστικό της επιτυχίας του ποτού. «Εκχύλισμα πικρού αμυγδάλου επεξεργασμένο με

ζάχαρη και νερό. Αυτή είναι η σουμάδα». Οι φίρμες σε όλη την Ελλάδα είναι

περισσότερες από είκοσι. Φλώρινα, Ασπίς, Σινάλκο, Μπυράλ, Κρίνος… Φαίνεται

ότι αντέχουν τον ανταγωνισμό με τις πολυεθνικές Κόλα. Το μερίδιό τους στην

πίτα της αγοράς δεν είναι αρκετά σημαντικό, αφού η Pepsico και η Κόκα Κόλα

κατέχουν ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, όμως αποτελούν σημείο αναφοράς και

παράδοση, αφού πριν την έφοδο της Κόκα, το 1969, είχαν καταμετρηθεί 1.500

παραγωγοί. Ένα από τα χαρακτηριστικά των αναψυκτικών της επαρχίας, τέλος,

είναι το γυάλινο μπουκάλι. Η χωρητικότητά του είναι 250 cc και είναι επιστρεφόμενο.