Δημ. Χατζηχρήστος: Αν ήθελα αξιώματα θα είχα πολλά μέχρι σήμερα

ΑΠΟ τα ιδρυτικά μέλη της Ορίτζιναλ από το 1975 ο Δημήτρης Χατζηχρήστος

επιμένει να δηλώνει σήμερα ότι πάντα «ήταν ένας απλός φίλος της ΑΕΚ».

Νιώθει την ομάδα του ως την ιστορία μιας… γυναίκας, με τα ανάλογα

συναισθήματα και τη διαχωρίζει σε περιόδους, από τότε που άρχισε ν’ ασχολείται

σε μια πολύωρη καθημερινή βάση:

­ Ο… πρώτος έρωτας: περίοδος ’70-’71: «Με Παπαϊωάννου, Πομώνη, Σταθόπουλο,

Λαβαρίδη και πάνω απ’ όλους τον Στάνκοβιτς».

­ 1972-1975: Περιπέτεια, πίκρα, άγχος αλλά και μια ελπίδα για κάτι καλύτερο:

«Έφυγαν εκείνα τα χρόνια και καλύτερα να μην ξανάρθουν. Αρχίζει ν’ ανδρώνεται

το… κίνημα για την ΑΕΚ».

­ Έρχεται ο… «θείος Λουκάς»! Αναφέρεται στον πρώην πρόεδρο της ΑΕΚ κ. Λουκά

Μπάρλο και την περίοδο 1976-1979: «Ντελίριο ευτυχίας για τους οπαδούς και τους

φίλους, λέει. Κιτρινίσαμε την Ομόνοια όπως κάποτε έκαναν οι “βάζελοι” λόγω Γουέμπλεϊ…».

­ Τα «Πέτρινα χρόνια»: Από το 1980 μέχρι το 1989: Ο μεγάλος μαρασμός. «Ας μην

τα θυμόμαστε…»

­ Το 1989 ήρθε το ξέσπασμα. «Στο προσκήνιο βγήκαν όλα στη φόρα».

Δεν θέλει να μιλάει για τα όσα ακολούθησαν αυτή τη δεκαετία που διανύουμε.

Περιμένει, όχι με το «δάχτυλο στη σκανδάλη» αλλά με μια τάση αποστασιοποίησης.

Ίσως για να πάρει την εκδίκησή του ­ τουλάχιστον στη συνείδηση των οπαδών της

ΑΕΚ ­ ίσως για όσους κατέκριναν τη συμπεριφορά του.

Τουλάχιστον για την ώρα θέλει να πει: «Ότι επιδιώκω να μείνω ένας απλός

οπαδός. Που γυρεύω μέσα από ρομαντισμούς, καταστάσεις ίσως εκτός

πραγματικότητας, μια χαμένη ταυτότητα μιας ομάδας με την οποία μεγάλωσα τα

προηγούμενα χρόνια. Και η οποία πήρε πολλά από τη ζωή μου…».

ΠΡΙΝ ΑΠΟ πολλά χρόνια ένας έφηβος, «σε πείσμα των καιρών», όπως ο ίδιος

ισχυρίζεται σήμερα, έμελλε να διαγράψει τη δική του, προσωπική διαδρομή σε

«λεωφόρους, στενά και αδιέξοδα» ενός κόσμου που λέγεται: Φίλαθλοι της ΑΕΚ.

Ο Δημήτρης Χατζηχρήστος μπορεί να είναι 39 χρόνων, αλλά κάθε άλλο παρά δείχνει

πως είναι άνθρωπος που συμβαδίζει με τις προσταγές των καιρών. Αντίθετος,

τουλάχιστον στο συμβατικό γίγνεσθαι της εμφάνισης ήρθε στον τόπο της

συνάντησης μ’ ένα «παπάκι» ­ «που έχει γίνει ένα με τον εαυτό μου» ­ οδηγώντας

στην κίνηση, μεσημεριάτικα με 35 και κάτι βαθμούς Κελσίου, από τα βόρεια

προάστια στο κέντρο, γυμνός (!) από τη μέση και πάνω, φορώντας ένα άσπρο μακό

στο κεφάλι για την «προστασία μου από τον ήλιο»!.

Απορριπτικός ή σνομπ με άποψη; «Κάθε άλλο. Πάντα ήμουν, είμαι και θα παραμείνω

έτσι προσιτός και ανθρώπινος», απαντά και για ν’ αποδείξει ότι λέει την

αλήθεια, δεν σταματά να ανταποδίδει χαιρετισμούς σε διάφορους περαστικούς οι

οποίοι τον αναγνωρίζουν και του διηγούνται το «μακρύ παράπονο» για την

αγαπημένη τους ομάδα.

ΦΙΛΟΙ «ΠΡΑΣΙΝΟΙ»

Πολλοί έχουν την άποψη πως «τίποτα πια δεν γίνεται τυχαία». Έτσι λοιπόν και ο

«ένας εκ των δύο ισχυρών ανθρώπων στην ΑΕΚ» ­ κατά πρόσφατη δήλωση του πρώην

προέδρου της κ. Μ. Τροχανά ­ μολονότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια κατ’

εξοχήν παναθηναϊκή γειτονιά, τα Παναθήναια, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το

γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ο ίδιος έγινε ΑΕΚτζής από τον πατέρα του,

συνταξιούχο έμπορο: «Με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός με τον ΠΑΟΚ κι εγώ

βρήκα καταφύγιο στην ΑΕΚ. Χαμένες πατρίδες και αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής.

Δύσκολα χρόνια τότε. Στο Δημοτικό ήμασταν δύο παιδιά που υποστηρίζαμε αυτή την

ομάδα και στο γυμνάσιο 3-4 άτομα».

Μοναχοπαίδι μιας μικροαστικής οικογένειας, «με φίλους δυστυχώς από τα λημέρια

του Παναθηναϊκού, αλλά καλά παιδιά και με παιδικές εικόνες από την αλάνα της

Σχολής Ευελπίδων, φυτώριο πολλών παικταράδων της εποχής», ο Δημήτρης τελείωσε

το Βαρβάκειο που στεγαζόταν τότε στην οδό Κωλέττη. Νεάπολη – Εξάρχεια,

καθημερινές αποστάσεις «μέσα από στενά γεμάτα προβληματισμό. Ανήσυχα». Κι αν

σήμερα ήθελε να κατατάξει τον εαυτό του σ’ έναν χώρο θα τον τοποθετούσε «σ’

εκείνο των απογοητευμένων πολιτών». Γιατί δεν θέλει να έχει άποψη γύρω από την πολιτική!

Ωστόσο, όταν το 1976 πέρασε στα ΚΑΤΕ, στο τμήμα των Στελεχών Επιχειρήσεων, οι

παρέες του κινήθηκαν σ’ έναν ευρύτερα προοδευτικό χώρο όσο κι αν ο ίδιος

επιμελώς φροντίζει να το κρύβει. Από τους ΑΕΚ… ιτζήδες της εποχής έχει πια

να θυμάται με νοσταλγία τους παλιόφιλους: «Από τους οποίους ο ένας πέθανε

πρόσφατα, ο δεύτερος παντρεύτηκε και την ημέρα του γάμου του ήρθε με τη νύφη

στο γήπεδο, οι 2-3 σταμάτησαν να ασχολούνται και ένας, τέλος, παραμένει δίπλα

μου. Ας είναι όμως, τους αξίζει αυτή η ελάχιστη αναφορά».

Η ΑΝΕΜΕΛΙΑ

Όλη την ώρα της συζήτησης το μυαλό του φαίνεται να «φεύγει» στις όποιες

ερωτήσεις αναφέρονται στην ΑΕΚ, όπου απαντά προσεκτικά και έπειτα από σκέψη

δευτερολέπτων. Δείχνει να μελετά μία προς μία τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει

δίνοντας βαρύτητα στα λόγια του. Αντίθετα με τα προσωπικά του. Εκεί

αναδεικνύει έναν ευαίσθητο άνθρωπο, που βουρκώνει στις αναφορές του

παρελθόντος: «Τι μου έχει πάρει η ΑΕΚ; Στιγμές προσωπικής ευτυχίας. Τι

αναπολώ; Την ανεμελιά των παιδικών μου χρόνων και τη μητέρα μου». Εικόνες

ανθρώπινες έστω κι αν θέλει να διαλαλεί πως ευαίσθητος κάποιος δεν γίνεται,

αλλά το δείχνει και «το κρατά για την πάρτη του».

Πάντως, δεν λέει ν’ αφήσει τα όσα αφορούν την ΑΕΚ. Μπορεί να εργάζεται από 18

χρόνων ως ιδιωτικός υπάλληλος σε διάφορες εταιρείες, όμως τον ελεύθερο χρόνο

του, από τότε που θυμάται τον εαυτό του, τον έχει αφιερώσει εκεί. «Στη μεγάλη

μου αγάπη», όπως την αποκαλεί έστω κι αν έχει διαλύσει προσωπικές σχέσεις,

έστω κι αν έχει περάσει «τις μύριες όσες εναλλαγές συναισθημάτων». Αλλά

παραδέχεται πως ακόμη κι αν ξεκινούσε τώρα πια πάλι από την αφετηρία της ζωής

του σε σχέση με τους κιτρινόμαυρους, «θα έκανα τα ίδια πράγματα, ίσως και πολύ

περισσότερα»! Αμετανόητος και αντιφατικός. «Σαδομαζοχιστής» αυτοαποκαλείται μ’

ένα τεράστιο χαμόγελο. Ένδειξη επιβεβαίωσης, καταξίωσης ή της μοίρας ενός

ανθρώπου, ο οποίος δεν έχει με τι άλλο ν’ ασχοληθεί στη ζωή του; «Το πρόβλημά

μου είναι λυμένο. Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα άλλο εκτός από την ΑΕΚ…».

Παρ’ όλ’ αυτά, φθάνοντας στις στενωπούς των «σαράντα παρά κάτι», αναπολεί

κάποια χαμένα πράγματα του παρελθόντος. Το ψάρεμα των παιδικών του χρόνων και

τα ταξίδια της πιο πρόσφατης ηλικίας. Η καθημερινότητά του δεν του επιτρέπει

πολυτέλειες. Εξακολουθεί να ζει με τον πατέρα του, συνεχίζει να μην

καταδέχεται αξιώματα ­ «επειδή δεν μου αρέσουν κι αν επεδίωκα θα είχα πολλά

μέχρι σήμερα» ­ έχει πάψει να κλαίει με τις χαρές και τις λύπες της αγαπημένης

του ομάδας και θέλει να εξακολουθεί να πηγαίνει στο γήπεδο ως ένας απλός

φίλαθλος. Χωρίς να επηρεάζει πρόσωπα και καταστάσεις. Ματαιοδοξία ή

συνειδητοποίηση; «Ο καιρός θα δείξει…», απαντά.