Οι δημοκρατίες δεν απειλούνται συνήθως από ένα μεγάλο γεγονός. Κατά κανόνα φθείρονται σταδιακά: όταν η λογοδοσία υποχωρεί, τα θεσμικά αντίβαρα υπονομεύονται και η άσκηση της εξουσίας χωρίς ουσιαστικό έλεγχο μετατρέπεται σε κανονικότητα.
Σήμερα, η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας στους δημοκρατικούς θεσμούς δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση. Είναι μια πραγματικότητα που διαπιστώνεται εμπειρικά αλλά αποτυπώνεται και σε όλες τις κοινωνικές έρευνες.
Μόλις τις τελευταίες τρεις εβδομάδες είδαμε: την άσκηση ποινικών διώξεων σε τέσσερις βουλευτές της ΝΔ για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ· ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για πρώην κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ για το Qatargate· καταδίκη πρώην ευρωβουλευτή της ΝΔ για την κομματική χρήση προσωπικών δεδομένων πολιτών· εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή πρώην υφυπουργού για το μπάζωμα στα Τέμπη. Και παρακολουθήσαμε βεβαίως τον (πρώην;) εξ απορρήτων συνεργάτη και συγγενή του Πρωθυπουργού να δηλώνει για τις υποκλοπές «έφαγα τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό». Λόγος που παραπέμπει σε σιτσιλιάνικη φαμίλια κι όχι στην κυβέρνηση ενός ευνομούμενου κράτους.
Πρόκειται για τη συμπύκνωση ενός σκανδαλώδους και επικίνδυνου μοντέλου διακυβέρνησης: ένα κράτος «τσιφλίκι» του κόμματος και του αρχηγού, μια εξουσία που νιώθει απολύτως ανέλεγκτη, μια αντίληψη για την πολιτική που αντιμετωπίζει τα δημοκρατικά checks and balances ως ενοχλητικά εμπόδια στην κυβερνητική ασυδοσία.
Η Νέα Δημοκρατία παρήγαγε τη βαθύτερη μεταπολιτευτικά διάβρωση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς. Υπονόμευσε συστηματικά τα θεσμικά αντίβαρα που στις δημοκρατίες ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία: συγκρούστηκε με τις ανεξάρτητες αρχές, εργαλειοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία με σκοπό τη συγκάλυψη, διαμόρφωσε προκλητικές σχέσεις με την ηγεσία της δικαστικής εξουσίας. Η εξουσία συγκεντρώθηκε σε πρωτοφανή βαθμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Η πολιτική ευθύνη όμως σταματά συστηματικά και προκλητικά στην πόρτα του.
Γι’ αυτό η πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση, που ψηφίζεται τη Δευτέρα στη Βουλή, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον τρόπο με τον οποίο η ΝΔ άσκησε την εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια κυβέρνηση που αντιμετώπισε το Σύνταγμα ως εμπόδιο στις αντιθεσμικές επιλογές της, το αντιμετωπίζει σήμερα ως εργαλείο για να τις θωρακίσει. Πρόκειται για την πραγματική συνέχεια του «επιτελικού κράτους».
Επί εφτά χρόνια η παράκαμψη του Συντάγματος μετατράπηκε σε μέθοδο διακυβέρνησης. Το άρθρο 16 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανέτρεψε τη σειρά: πρώτα νομοθέτησε αντισυνταγματικά και μετά ζήτησε την αναθεώρηση.
Η ΝΔ προσπαθεί να μεταφέρει από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της συνταγματικής κατοχύρωσης επιλογές που μέχρι σήμερα αποτελούσαν αντικείμενο δημοκρατικής συζήτησης και διαμάχης.
Ενα πράγμα είναι σαφές κατά τη γνώμη μου. Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης δεν προτείνουν αναθεώρηση επειδή δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν την πολιτική της. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει: την εφάρμοσαν στο ακέραιο. Και μεθοδεύουν την αναθεώρηση ακριβώς για να περιορίσουν τις δυνατότητες ανατροπής αυτής της πολιτικής.
Αν η Αριστερά εγκλωβιστεί σε μια στενά νομική συζήτηση, θα έχει ήδη αποδεχθεί το γήπεδο που επέλεξε η κυβέρνηση.
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι – και πάλι – πολιτικό.
Θα έχει μια αυριανή αριστερή και προοδευτική κυβέρνηση την ελευθερία, αλλά και τη βούληση βεβαίως, να εφαρμόσει ριζοσπαστικές τομές ή θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πεδίο επιλογών ήδη προδιαγεγραμμένο;
Το παράδειγμα της Βρετανίας με την κατάρρευση Στάρμερ δείχνει ότι η εναλλαγή στην κυβέρνηση δεν αρκεί από μόνη της να πείσει τους πολίτες ότι η πολιτική αλλαγή έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντίθετα, η δυναμική που αναπτύσσεται στις ΗΠΑ και το παράδειγμα του Ζόραν Μαμντάνι δείχνει ότι οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να εμπνεύσουν όταν λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Οταν μιλούν με πραγματικούς όρους για τα πραγματικά προβλήματα των πραγματικών ανθρώπων.
Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο από το ποιος κυβερνά. Δοκιμάζεται κυρίως από το κατά πόσο οι εκλογές εξακολουθούν να μπορούν να αλλάζουν την πορεία των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων.
Ο Αλέξης Χαρίτσης είναι βουλευτής, πρώην υπουργός








