Τριάντα χρόνια, λέει, συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ποιο θάνατο; Ποια τριάντα χρόνια; Εδώ είναι η Αλίκη. Μια συνεχώς ανατροφοδοτούμενη, από τις ταινίες της που παίζονται κάθε τόσο στην τηλεόραση, παρουσία. Πριν από λίγες μέρες, για παράδειγμα, βρισκόμουν σε ένα σπίτι, όπου τα δύο αγόρια της οικογένειας, μαθητές του δημοτικού, έπεσαν κατά τύχη σε μία ακόμη μετάδοση της «Αλίκης στο Ναυτικό». Κόλλησαν.

Σε μια ταινία που όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους, δεν είχε ακόμη γεννηθεί η γιαγιά τους. Ξεκαρδίζονταν στα γέλια, προσπαθούσαν να μιμηθούν τις φωνές των ναυτών, αγωνιούσαν για το αν θα τους ανακάλυπτε ο Κωνσταντάρας. Παιδιά του TikΤok να έχουν μαγευτεί από ένα πρόσωπο που, απ’ όσο κατάλαβα, δεν τους ήταν εντελώς άγνωστο. Διότι και στο TikΤok κυκλοφορεί η Αλίκη. Καταργώντας χρόνια, μόδες και εποχές.

Τι ήταν ακριβώς η Αλίκη; Τι σημαίνει αυτός ο τίτλος της «εθνικής σταρ»; Της τον φόρεσαν ή τον «ντύθηκε» η ίδια κατάσαρκα απ’ τα πρώτα της κιόλας βήματα. Γεγονός πάντως είναι πως, όταν ξεκινούσε την καριέρα της η Βουγιουκλάκη, δεν υπήρχαν «κατασκευαστές» μύθων. Ούτε τα μέσα που θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε τέτοιες κατασκευές. Μια οθόνη μόνο και το ένστικτο του κάθε ηθοποιού για την πορεία του σε έναν χώρο αχαρτογράφητο όπως ήταν ακόμη τότε ο ελληνικός κινηματογράφος. Λέγεται πως όταν η Αλίκη είδε την πρώτη της ταινία, το «Ποντικάκι» (1954), τρόμαξε. Δεν ήθελε να ξανακάνει σινεμά, δεν της άρεσε καθόλου ο εαυτός της.

Το «κομμένο» σαγόνι της, τα στρουμπουλά της μάγουλα, τα μικρά μάτια της, τα αδιάφορα σκούρα μαλλιά της. Ή που θα τα άλλαζε όλα και θα εφεύρισκε εκ νέου τον εαυτόν της ή που θα τα παρατούσε. Διάλεξε το δεύτερο. Εβαψε τα μαλλιά της ξανθά σε μια εποχή που, στην Ελλάδα, το ξανθό μαλλί παρέπεμπε σε μια ας την πούμε «ελαφρότητα». Μελέτησε λεπτομερώς τους φωτισμούς έτσι ώστε να «κλέβει» τα πορτρέτα της. Και πέντε χρόνια και εφτά ταινίες μετά είχε γίνει η Λίζα Παπασταύρου στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο», την πρώτη της ταινία με τον Αλέκο Σακελλάριο.

Η Αλίκη δεν έκανε αυτό που ήθελε ο κόσμος όπως λένε πολλοί. Εκανε αυτό που θα ήθελε το κοινό. Καλλιεργούσε την ανάγκη για καινούργια είδωλα, για καινούργια πρότυπα, για καινούργιες αναφορές και, αυτόματα, την ικανοποιούσε. Το ένστικτο ή η πολλή δουλειά την έκαναν να διακρίνει τόσο ξεκάθαρα αυτό που ερχόταν, αυτό που θα ζητούσαν οι θεατές στον «επόμενο τόνο»; Δεν μπορεί, νομίζω, να υπάρξει ξεκάθαρη απάντηση. Αν υπήρχε, θα είχαμε εργοστασιακή μονάδα παραγωγής εθνικών σταρ. Αλλωστε, το έχει πει και η ίδια σε συνέντευξή της: «Δεν γίνεσαι Βουγιουκλάκη στο άψε – σβήσε. Αυτό θέλει δουλειά, να έχεις γεννηθεί με ένα ειδικό άστρο… Τρέχα γύρευε δηλαδή». Στη δική της περίπτωση, αυτό το «τρέχα γύρευε» που μοιάζει να μη σημαίνει κάτι, αλλά σημαίνει τα πάντα, είναι ότι ταυτίστηκε με μία χώρα την εποχή που προσπαθούσε να επουλώσει τα τραύματά της.

Σινεμά «Η Ωραία Ελλάς»

Στην πραγματικότητα, την πρώτη τουλάχιστον περίοδο της καριέρας της, η Αλίκη υποδύθηκε την ίδια τη μεταπολεμική Ελλάδα. Μια χώρα «ασπρόμαυρη», φτωχοντυμένη, πληγωμένη που όμως κοιτάει μπροστά, που θέλει να προλάβει το μέλλον της. Εντιμη αλλά πονήρω, θα πει τα ψεματάκια της, θα κάνει τα κολπάκια της προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει, ό,τι έκανε δηλαδή η Κατερίνα Πιερή για να φτάσει στο γραφείο του διευθυντή στη «Μοντέρνα Σταχτοπούτα». Καταφερτζού και καπάτσα, φιλότιμη αλλά και γλωσσού, τσαχπίνα αλλά ηθική. Ενα «κλωτσοσκούφι» που έγινε το «πιο λαμπρό αστέρι». Αυτό ήταν η Αλίκη, αυτό θα ήθελε να ήταν και η Ελλάδα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail