Η καθημερινότητα είναι ο αψευδέστερος μάρτυρας αν ο πολιτισμός είναι μια έννοια στοιχειωδώς έστω υπαρκτή κι αν όλος αυτός ο περίγυρος, ο πυκνοκατοικημένος, σε ανησυχίες, προβληματισμούς, συζητήσεις και πνευματικές ανταλλαγές ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά ένα «υλικό» που άλλοτε συρρικνούμενο και άλλοτε επιμηκυνόμενο, αναδιατάσσεται διαρκώς τροφοδοτώντας έναν αδιέξοδο ναρκισσισμό και έναν εξίσου αδιέξοδο παρασιτισμό.

Καθώς μάλιστα το πλαίσιο των ανταλλαγών που σημειώσαμε, διευρύνεται καθιστάμενο όλο και πιο πλούσιο, με βιβλία, με θεατρικές παραστάσεις, με μουσικά ακροάματα και με εκθέσεις ζωγραφικής, φαίνεται να κάνει περιττή και σαν διατυπωμένη εκ του πονηρού την ερώτηση, αλλά και τη διερώτηση, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει πολιτισμός. Θα ήταν ωστόσο αδύνατον να ισχύει μια διαφορετική συνθήκη και να διαβάζουμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας σ’ ένα μεγαλοαστικό προάστιο της πρωτεύουσας, μιαν ανακοίνωση που η πρώτη κιόλας αράδα της δίνει πεντακάθαρα το «πνεύμα» της συνέχειάς της, την ολοκληρωμένη σε δέκα γραμμές. «Για να προστατεύσουμε τις περιουσίες μας και τις ζωές μας…». Με αυτή ακριβώς τη σειρά, πρώτη η λέξη «περιουσίες», δεύτερη η λέξη «ζωές».

Δεν θα ζητούσε βέβαια κανείς από τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας στην Ελλάδα του 2026, να γνωρίζουν και να έχουν υιοθετήσει τη συμπεριφορά του επισκόπου Μυριήλ στους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Οταν πιο συγκεκριμένα οι αστυνομικοί που φέρνουν μπροστά του σιδεροδέσμιο τον Γιάννη Αγιάννη με όσα είχε κλέψει ο τελευταίος κατά την παραμονή του στην Επισκοπή, με τον Μυριήλ σχεδόν να τον επιπλήττει καθώς είχε «ξεχάσει», φεύγοντας, να πάρει μαζί του και τα κηροπήγια που του τα είχε και αυτά, υποτίθεται, χαρίσει, όπως είχε συμβεί και με όσα οι αστυνομικοί λογάριαζαν ως κλεμμένα.

Θα μπορούσε όμως να λογαριαστεί ως αρκετό ένα διάστημα διακοσίων χρόνων – όσο τουλάχιστον έχει μεσολαβήσει ανάμεσα στους «Αθλίους» και στις μέρες μας – ώστε να έχουμε προλάβει να σκεφτούμε στο μεταξύ πως σε καμιά περίπτωση, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο μιας βραδυπορούσας εξέλιξης, θα ήταν δυνατόν να αποκτήσει προτεραιότητα η λέξη «περιουσία» σε σχέση με τη λέξη «ζωή» και ότι το ενδεχόμενο να κινδυνεύσουν θα ήταν ποτέ δυνατόν να μπει στην ίδια ζυγαριά.

Και επειδή κάτι που λέγεται τόσο ξεδιάντροπα όπως η αναγνώριση της λέξης «περιουσία» ως σημαντικότερης σε σχέση με τη λέξη «ζωή» σημαίνει πως γενικευόμενο μάλλον θα μας ευχαριστούσε παρά θα μας πτοούσε ηθικά, αισθηματικά αλλά και πνευματικά, μπορούμε να φανταστούμε σε τι στρατόπεδο συγκέντρωσης χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, θα μεταβαλλόταν η ζωή μας αν μια σχετική ανακοίνωση, όπως αυτή που σημειώσαμε, θα τη διάβαζε κανείς στην είσοδο κάθε σπιτιού, μεγάρου, πολυκατοικίας ή χαμοκέλας.

Αν και δεν θα διατρέχαμε κανέναν κίνδυνο να μας κλέψουν, θα βιώναμε μια πραγματική κόλαση καθώς, όση ελευθερία θα απολαμβάναμε, θα παρέμενε απότοκο μιας οργάνωσης που μας προϋποθέτει όλους μας ως επικίνδυνους μεταξύ μας.

Δεν θα ήταν όμως δυνατόν να συμβεί διαφορετικά, αφού σε ένα ερώτημα ποια άραγε μορφή προστασίας θα ήταν αποτελεσματικότερη σε σχέση τόσο με τις «περιουσίες» μας όσο και με τις «ζωές» μας, το να κυκλοφορεί δηλαδή ο καθένας μας με έναν αστυνομικό στο πλάι του ή, ακόμη καλύτερα να τον έχει μπάστακα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του, ή το να αποσκοπούμε με όλα τα διατιθέμενα μέσα σε μια βελτίωση που θα μας έκανε ακίνδυνους για τους άλλους, οι περισσότεροι θα απαντούσαν αναμφισβήτητα πως η εκδοχή του αστυνομικού θα τους ήταν ασφαλώς η πιο επιθυμητή. Πόσο καίρια μας φαντάζει σήμερα η ρήση ενός φίλου, που είχε πει πως «ο άνθρωπος από τη στιγμή που συνέλαβε την έννοια του καταφύγιου, θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν ώστε να μπορέσει να το χρησιμοποιήσει».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail