Η μεγαλύτερη παγίδα στην εξωτερική πολιτική είναι να συγχέεις την τακτική με τη στρατηγική. Και αυτό ακριβώς κινδυνεύει να συμβεί σήμερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η αποκλιμάκωση των τελευταίων μηνών δημιούργησε  την εντύπωση ότι με την  Τουρκία κάτι αλλάζει. Στην πραγματικότητα, δεν αλλάζει τίποτε, απλώς η Τουρκία αλλάζει μεθόδους.

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία επανέρχεται πλέον στο επίκεντρο της δυτικής στρατηγικής. Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα και η ανάγκη διατήρησης της συνοχής της Συμμαχίας καθιστούν την Αγκυρα έναν εταίρο που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθούν και οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τους S-400 και τα F-35. Μέχρι πριν από λίγους μήνες, η προοπτική επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 φαινόταν σχεδόν αδιανόητη. Σήμερα, ωστόσο, διατυπώνονται ολοένα και συχνότερα εκτιμήσεις ότι η Αγκυρα αναζητά τρόπο να επιλύσει το ζήτημα των S-400, ακόμη και μέσω της μεταφοράς τους σε τρίτη χώρα, προκειμένου να αρθεί το βασικό εμπόδιο στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καμία σχετική απόφαση δεν έχει ληφθεί μέχρι στιγμής. Η Ελλάδα, ασφαλώς, έχει κάθε λόγο να αισθάνεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Τα Rafale, οι φρεγάτες Belharra, τα ελληνικά F-35, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», μεταβάλλουν σημαντικά την ισορροπία ισχύος υπέρ της χώρας μας. Η ελληνική αμυντική στρατηγική, όπως έχει παρουσιαστεί από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, βασίζεται στη σταδιακή μετάβαση των ενόπλων δυνάμεων σε ένα σύγχρονο δικτυοκεντρικό μοντέλο επιχειρήσεων.Το ερώτημα είναι ποια θα είναι η εικόνα μετά το 2030.

Η Τουρκία ακολουθεί μια πολυεπίπεδη στρατηγική στρατιωτικής αναβάθμισης. Ηδη εντάσσει στην πολεμική της αεροπορία τα Eurofighter, επενδύει στην ανάπτυξη του εγχώριου μαχητικού πέμπτης γενιάς ΚΑΑΝ. Αυτό ακριβώς θα πρέπει να προβληματίζει τη χώρα μας.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσα αεροσκάφη θα αποκτήσει η Τουρκία. Είναι ότι έχει πλέον οικοδομήσει μια αμυντική βιομηχανία με δυνατότητα σχεδιασμού, παραγωγής και εξαγωγών, που της προσφέρει στρατηγική αυτονομία. Αντίθετα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από αγορές ξένων οπλικών συστημάτων. Η ποιοτική υπεροχή που εξασφαλίζουμε σήμερα μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή, αν δεν συνοδευθεί από αναγέννηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.Το σημαντικότερο, όμως, δεν αφορά τα οπλικά συστήματα. Αφορά τη στρατηγική αντίληψη της Αγκυρας. Η «γαλάζια πατρίδα» δεν είναι προσωπική ιδεοληψία του  Ερντογάν, ούτε μια προεκλογική ρητορική υπερβολή. Εχει μετατραπεί σε οργανικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής κουλτούρας. Διδάσκεται στις στρατιωτικές σχολές, επηρεάζει τον αμυντικό σχεδιασμό και αποτυπώνει μια σταθερή αντίληψη περί θαλάσσιας ισχύος και περιφερειακής ηγεμονίας. Επομένως, ακόμη και αν αύριο αλλάξει η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα αλλάξουν οι βασικές επιδιώξεις της.

Γι’ αυτό και η σημερινή ηρεμία στο Αιγαίο χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Η Τουρκία δεν έχει κανένα συμφέρον να ανοίξει μέτωπο όσο επιδιώκει την αποκατάσταση των σχέσεών της με τη Δύση, τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή άμυνα, την ολοκλήρωση κρίσιμων εξοπλιστικών προγραμμάτων και τη βελτίωση της οικονομίας της. Η αποκλιμάκωση εξυπηρετεί τους σημερινούς τακτικούς της στόχους. Δεν σημαίνει εγκατάλειψη των στρατηγικών της φιλοδοξιών.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρασυρθεί από την ψευδαίσθηση ότι η κρίση ανήκει στο παρελθόν. Οφείλει να συνεχίσει με συνέπεια την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων.

Ο Κωνσταντίνος Ιατρίδης είναι αντιπτέραρχος (Ι) ΕΑ, επίτιμος διοικητής ΔΑΥ, επίτιμος πρόεδρος Ενωσης Αποστράτων Αξιωματικών Αεροπορίας και αμυντικός αναλυτής

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail