Το ημερολόγιο σήμερα λέει 20 Ιουλίου. Και στην προσωπική μου μυθολογία, η ημερομηνία αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημειολογική βαρύτητα. Ή, τουλάχιστον, τέτοια διάσταση της έχω δώσει εγώ. Κάτι σαν φωτογραφία που «αιχμαλωτίζει» το απρόοπτο, το κλείσιμο του ματιού της πραγματικότητας απέναντι στη φαντασία, καθώς η πρώτη αποδεικνύεται συχνά πολύ πιο αχαλίνωτη από τη δεύτερη.
Ο λαός το λέει «Οταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει». Και δεν θυμάμαι σε ποιο μυθιστόρημα του Σαμ Σέπαρντ, υπάρχει μια πινακίδα σε κάποιο μπαρ που γράφει: «Ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια». Το ίδιο είναι. Είκοσι Ιουλίου λοιπόν. Ετος, 1969. Λόγω μετάθεσης του πατέρα μου στην Κύπρο κάναμε οικογενειακώς διακοπές στην Αμμόχωστο. Εγώ, στα μέσα του δημοτικού, είχα μανουριάσει διότι θα μου έλειπε η Σύρος. Τα παιδιά, όμως, είναι γαϊδούρια.
Μόλις βρέθηκα στην Αμμόχωστο, ξέχασα και γιαγιάδες και παππούδες και ξαδέλφια και τα καλοκαιρινά σινεμά και τα «τηγανιτζίδικα» της Ερμούπολης. Παραδόθηκα στον κοσμοπολιτισμό μιας πόλης που μου φαινόταν κινηματογραφική. Οπως η Αμερική. Πολλά χιλιόμετρα αμμουδερής παραλίας με πανύψηλα ξενοδοχεία και κτιριακά συγκροτήματα καθ’ όλο το μήκος της. Από πίσω μεγάλη λεωφόρος με «εκτυφλωτικά» μαγαζιά, κυρίως φαγάδικα που όμως τέτοια δεν είχαμε ακόμη στην Ελλάδα. Δηλαδή καφέ και εστιατόρια και κάτι σαν μπαρ. Με πολύχρωμες επιγραφές και φωτισμένα με έναν τρόπο που μου θύμιζε λούνα παρκ. Προφανώς κακόγουστα αλλά στα παιδικά μάτια μου φάνταζαν φαντασμαγορικά.
Σε ένα τέτοιο μαγαζί είχαμε μαζευτεί για να δούμε σε μεγάλη οθόνη την προσσελήνωση του Apollo 11. Κάτι άλλο πρέπει να συνέβαινε εκείνη την ημέρα, κάτι σαν γιορτή. Διότι θυμάμαι ότι ήμασταν κάμποσα παιδάκια. Μαζί με τους γονείς μας που περίμεναν να παρακολουθήσουν αυτήν την ιστορική στιγμή, να δουν εκείνο «το ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα». Εγώ που ήμουν μικρομέγαλο, είχα αποφασίσει να παριστάνω τη μεγάλη και να δείχνω συνεπαρμένη από αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Ελα όμως που εκείνο το βράδυ έφαγα για πρώτη φορά χοτ ντογκ. Και ξετρελάθηκα. Οι γευστικοί μου κάλυκες αποσυντονίστηκαν από την απόλαυση, λες και συνδέθηκαν κατ’ ευθείαν με τον εγκέφαλό μου, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Κάπου στο βάθος ο Νιλ Αρμστρονγκ έκανε τα πρώτα βήματα στο φεγγάρι κι εγώ έψαχνα να βρω τη μάνα μου για να μου πάρει κι άλλο χοτ ντογκ. Αυτό σημαίνει παιδί.
Πέντε μόλις χρόνια μετά. Είκοσι Ιουλίου και πάλι. Η ημέρα που αρχίζει η εισβολή, η επιχείρηση Αττίλας στην Κύπρο. Οι ανταποκρίσεις και τα ασπρόμαυρα πλάνα που φτάνουν στην ελληνική τηλεόραση με τρομάζουν. Με παραπέμπουν στη Μικρασιατική Καταστροφή που είναι για μένα κάτι σαν οικογενειακό τραύμα. Και μετά έρχονται τα στιγμιότυπα από τους βομβαρδισμούς στην Αμμόχωστο. Το «λούνα παρκ» των παιδικών μου διακοπών είναι πλέον σωροί από ερείπια. Σε κάποιες φωτογραφίες διακρίνονται λίγα από τα ψηλά εκείνα παραλιακά κτίρια που δεν έχουν καταρρεύσει. Στις φωτογραφίες στις εφημερίδες προσπαθώ να καταλάβω αν κάποιο από αυτά που έχουν αντέξει ήταν εκείνο που είχαμε μείνει το καλοκαίρι του 1969, το καλοκαίρι της προσσελήνωσης. Μάταιος κόπος αλλά και η τελευταία σανίδα σωτήριας μιας συναρπαστικής παιδικής ανάμνησης. Οταν κατάλαβα ότι το έβρισκα – δεν το έβρισκα ουδεμία σημασία είχε, ίσως και να βίωσα την πρώτη προσωπική μου απώλεια. Ακολούθησαν πολλές.
Το χθες στο σήμερα
Θυμάμαι πόσα είχε επενδύσει η ανθρωπότητα στην «κατάκτηση της Σελήνης». Αρθρα επί άρθρων για το πώς θα ήταν η ζωή μας το 1980 ή το 1990, ότι θα μέναμε σε διαστημικά σπίτια, θα φοράμε διαστημικά ρούχα και άλλα τέτοια. Αν τα διαβάζαμε σήμερα, θα γελούσαμε.
Από την άλλη, η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο παραμένει, από τότε, περίπου ίδια. Δεν ψάχνω όμως πλέον κάτω από τα χαλάσματα τις παιδικές μου αναμνήσεις. Αυτές δεν έχουν πια ανάγκη απόδειξης. Κι εγώ συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όταν εμείς κάνουμε σχέδια.








