«Αποτυχία διακράτησης ταλέντου» είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στην οικονομική επιστήμη για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει όταν ένα σύστημα αδυνατεί να αξιοποιήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που το ίδιο παράγει. Στην Ελλάδα μας, αυτή η αποτυχία είναι μια εξαιρετικά επιτυχημένη πολιτική ετών.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Ελλάδα αναπαρήγαγε ένα μοντέλο συγκεντρωτικής εκπαίδευσης, αποκομμένο από την αγορά εργασίας, με χρόνια υποχρηματοδότηση και προσχηματικές μεταρρυθμίσεις εντυπωσιασμού, που ναυαγούσαν στην εφαρμογή. Πρόκειται για μια «αρνητική» κοινωνική αναπαραγωγή, ένα βαθύ δομικό πρόβλημα, όπου το εκπαιδευτικό σύστημα, αντί να αμβλύνει τις ανισότητες, τις αναπαράγει, προσφέροντας πιστοποιήσεις χωρίς ουσιαστικές δεξιότητες και παράγοντας αποφοίτους με χαρτιά, αλλά χωρίς προοπτική. Αποτελεί έτσι ένα από τα λίγα ευρωπαϊκά πρότυπα αυτής της θεωρίας σε λειτουργία.

Η δεκαετία 1990-2000 ήταν ο ιδανικός καιρός για μια δομική παρέμβαση που δυστυχώς δεν ήρθε ποτέ. Τότε, το κράτος, αντί να επενδύσει στη διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, απλώς επιτάχυνε ό,τι ήδη συνέβαινε οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες μορφωμένους, εξειδικευμένους αλλά απογοητευμένους, από ένα σύστημα που δεν τους άφησε κανένα περιθώριο, νέους στην έξοδο. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι τρομακτικά. Στο διάστημα 2008-2020 περίπου 500.000 Ελληνες εγκατέλειψαν τη χώρα για να εργαστούν αλλού. Ειρωνικό δε ότι ακόμα προσπαθούμε να τους φέρουμε πίσω χωρίς να έχουμε αλλάξει τίποτα από τις συνθήκες που τους έδιωξαν.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το brain drain έχει αρχίσει να αντιστρέφεται, επικαλούμενη το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ένα brain regain. Κρίσιμα ερωτήματα μένουν αναπάντητα. Ποιοι επιστρέφουν; Με ποια προσόντα; Σε ποιες θέσεις εργασίας; Και για πόσο διάστημα; Ενα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες μετακίνησης και δεν τεκμηριώνει κατ’ ανάγκην ότι η χώρα ανακτά το εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο που έχασε.

Ο τραγικός ίσκιος δεν πέφτει μόνο πάνω σε όσους έφυγαν αλλά και στους γενναίους που έμειναν ή σε αυτούς που τώρα μεγαλώνουν γνωρίζοντας τη μοίρα των προκατόχων τους. Τρία στα τέσσερα παιδιά στις ηλικίες 15-29 ετών ζουν ακόμη με τους γονείς τους, ενώ ένας στους τέσσερις βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η σύντομη αναδρομή τριάντα και πλέον ετών δείχνει ότι η ελληνική πολιτεία φαίνεται να αντιμετωπίζει τα παιδιά μας ως «πλεονάζον πληθυσμό». Οσα μπορούν, φεύγουν – όσα μένουν χωρίς γονείς με «μέσα», απλώς επιβιώνουν, και όσα δεν τα καταφέρνουν, γίνονται ένας αριθμός σε μια θλιβερή στατιστική.

Σε αυτό το σημείο αναρωτιέται κανείς μήπως το σύστημα λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε. Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε δεν είναι απλώς μια κυβερνητική αποτυχία αλλά η διαχρονική επιλογή μιας εξουσίας. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να εξηγήσει μια διαχρονική αποτυχία όταν όλες οι στατιστικές φωνάζουν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν οι ίδιοι οι νέοι αφήνουν σημειώματα απογοήτευσης;

Το σύστημα στερεί την ελπίδα από τους νέους, τους αποκόπτει από την έμπνευση και εν τέλει τους διώχνει μακριά. Οταν η εξουσία θα αντιμετωπίσει τους νέους με σεβασμό, με ειλικρίνεια και με τη βαθιά κατανόηση ότι αποτελούν το μέλλον της Ελλάδας, τότε ίσως αρχίσουν να επιστρέφουν. Αν συνεχίσει με προσχηματικές τακτικές, η φυγή θα γίνει κανονικότητα.

O Γιώργος Α. Ντούτσουλης είναι μηχανικός Ναυτικής Τεχνολογίας (BSc), MSc στη Διαχείριση Κινδύνου, Ανθεκτικότητας και Κρίσεων

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail