Η παρούσα Βουλή που προήλθε από τις εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023 ολοκληρώνει τη θητεία της την 25η Ιουνίου 2027. Αν η θητεία της λήξει κανονικά, οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν την τελευταία Κυριακή πριν από τη συμπλήρωση των τριάντα ημερών από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τη λήξη της βουλευτικής περιόδου, ήτοι την Κυριακή της 19ης Ιουλίου 2027. Προηγούμενο διεξαγωγής εκλογών μήνα Ιούλιο είχαμε μόνο το 2019, αλλά νωρίτερα, στις 7 Ιουλίου 2019.
Εν μέσω προχωρημένου θέρους δεν ενδείκνυται η διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, αυτό είναι προφανές. Ομως εκλογές νωρίτερα, την άνοιξη του 2027 ή ακόμη και τον Ιούνιο του 2027 σημαίνουν πρόωρη διάλυση της Βουλής και στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 2 Συντ., δηλαδή πρόταση της κυβέρνησης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για διάλυση της Βουλής προκειμένου να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας.
Η πρόταση της κυβέρνησης και πρακτικά του Πρωθυπουργού είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η επίσπευση των εκλογών, έστω και μόνο για κλιματολογικούς λόγους ή εν όψει της ελληνικής προεδρίας στην ΕΕ, καλύπτεται από το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. Παρότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να μην αποδεχθεί την πρόταση της κυβέρνησης, την οποία διέθετε υπό το Σύνταγμα του 1975, έστω και αν η χρήση της ήταν πολιτικά δύσκολη, η αναφορά σε θέμα εξαιρετικής σημασίας στο άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. υποχρεώνει πολιτικά την κυβέρνηση να επικαλεστεί κάποιον αντικειμενικό λόγο για την πρόωρη διάλυση της Βουλής που υπερβαίνει το κομματικό της συμφέρον.
Ακόμη και αν θα μπορούσε να προβληθεί ή να επινοηθεί ένας τέτοιος λόγος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών τον Σεπτέμβριο του 2026 ή αργότερα εντός του φθινοπώρου, το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός έχει άπειρες φορές διαβεβαιώσει ότι, rebus sic stantibus, η θητεία της Βουλής δεν θα μειωθεί πέρα από 1-4 μήνες το πολύ από την κανονική της λήξη, δεν είναι συνταγματικώς αδιάφορο, τουλάχιστον από την άποψη της συνταγματικής δεοντολογίας. Διότι κάθε Πρωθυπουργός, και κατά μείζονα λόγο ο εκάστοτε έλληνας Πρωθυπουργός, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το σύστημα διακυβέρνησης στη χώρα μας, έχει ένα αυξημένο καθήκον πολιτικής και θεσμικής ειλικρίνειας, δηλαδή δεν επιτρέπεται να κάνει «πολιτικές μπλόφες» με τον χρόνο των εκλογών. Μια τέτοια τακτική, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι πολιτικά ωφέλιμη, αποτελεί συνταγματική συμπεριφορά που υπερβαίνει ακόμα και τη λογική του άρθρου 41 παρ. 2 Συντ.
Ας σημειωθεί δε, παρεμπιπτόντως, ότι στην πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας, η διάλυση της Βουλής με πρόταση της κυβέρνησης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αντικαθίσταται με την αυτοδιάλυση της Βουλής έπειτα από πρόταση της κυβέρνησης. Η προτεινόμενη ρύθμιση εμπλέκει και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην απόφαση για τη διάλυση της Βουλής, κάτι που συνιστά μια βελτίωση σε σχέση με το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ., που θα ήταν πιο σημαντική αν προβλεπόταν αυξημένη πλειοψηφία για τη λήψη της απόφασης αυτής.
Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, ΕΑΠ








