Κάποτε, η πολιτική και το ποδόσφαιρο είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: μπορούσαν να εγείρουν με τον ίδιο τρόπο τα λαϊκά πάθη. Και μπορεί τα ελληνικά πολιτικά κόμματα να μη μοιάζουν πια τόσο ενδιαφέροντα ή τόσο σημαντικά όσο ήταν κάποτε, τι θα συνέβαινε όμως αν ήταν ομάδες σε αυτό το Μουντιάλ; Ποιος ταυτίζεται με ποιον; Προσοχή – δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα, αλλά με το αίσθημα. Αλλωστε η διαφορά μεταξύ του σωστού και του λάθους, κατά τον Κρόιφ, συνήθως δεν είναι πάνω από πέντε μέτρα. Ακόμα κι έτσι, είναι μεγαλύτερη από το όριο του στατιστικού λάθους σε μια δημοσκόπηση.
ΝΔ: Έθνική Γαλλίας – Στα χαρτιά και στα excel
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει καλά τη γερμανική πειθαρχία. Αν, όμως, η ΝΔ ήταν ομάδα στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο δεν θα μπορούσε παρά να είναι η Εθνική Γαλλίας. Η σημερινή κυβέρνηση, που μετρά επτά χρόνια στην εξουσία, δεν παίζει πια «αριστοκρατικό ποδόσφαιρο», όπως έκανε η Γαλλία του Πλατινί.
Αντιθέτως, όμως, και η σημερινή γαλλική ομάδα έχει τα χαρακτηριστικά μιας κυνικής υπερδύναμης: διαγράμματα, δημοσκοπήσεις, excel με στόχους, αριθμούς και ποσοστά – όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, το ποδόσφαιρο που παίζει στο γήπεδο είναι οργανωμένο και αποτελεσματικό από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Υπάρχουν, όμως, φορές που αυτό δεν συμβαίνει. Τα σχέδια, όσο καλομελετημένα κι αν είναι, ενίοτε μένουν απλώς σχέδια. Και η ασφάλεια του φαβορί, όπως συνέβη στο τελευταίο ματς με την Ισπανία, είναι παγίδα μεγαλύτερη από την ικανότητα του αντιπάλου. Ή, σε κάθε περίπτωση, άμεσα συσχετιζόμενη μαζί της.
Το μεγαλύτερο ατού της Γαλλίας, όπως και της ΝΔ, είναι πως έχει «πατεντάρει» την πολυσυλλεκτικότητα στις τάξεις της. Το μαγευτικό καλοκαίρι του 1998, η Γαλλία του Ζινεντίν Ζιντάν κατάφερε να κάνει πράξη το «Black, Blanc, Beur» (Μαύροι, Λευκοί, Αραβες), που με τα χρόνια έγινε συνήθεια για την εθνική της ομάδα. Κατάφερε αυτό που για τη Γαλλία δεν ήταν πάντα δεδομένο, να παίρνει ταλαντούχους παίκτες από τα υποβαθμισμένα προάστια και να τους ωθεί να μεταμορφωθούν σε παγκόσμιας κλάσης ποδοσφαιριστές – με τον ίδιο τρόπο που εδώ και χρόνια η Πειραιώς εκμεταλλεύθηκε την κυβερνητική συνύπαρξη του 2012-2015 και αναζήτησε τους πιο πετυχημένους (ή τουλάχιστον τους πιο δημοφιλείς) υπουργούς της στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ.
Με ό,τι κίνδυνο αυτό περιέχει για την παραδοσιακή της βάση, αλλά και για τις επιθέσεις που δέχεται από τα δεξιά της, πως έχει αποξενωθεί από το δεξιό της ακροατήριο και έχει παραχωρήσει τα κλειδιά της εξουσίας σε «πράσινα» χέρια. Κατά έναν παρόμοιο τρόπο, ένας δεξιός πρώην πρωθυπουργός, ο Ισπανός Μαριάνο Ραχόι, λίγο πριν από το ματς Ισπανίας – Γαλλίας το είπε σχεδόν απαξιωτικά για την εθνική Γαλλίας: «Είναι ομάδα χωρίς Γάλλους». Και, παρά την οργή του Πέδρο Σάντσεθ και του Εμανουέλ Μακρόν (που διανύει τους τελευταίους μήνες της προεδρίας του) με το σχόλιο, λίγες μέρες πριν από την Ημέρα της Βαστίλης, στη Γαλλία ξέρουν πως, όταν ο ρατσισμός φτάνει στο ποδόσφαιρο, το πρόβλημα από τα δεξιά είναι μεγαλύτερο απ’ όσο φαίνεται.
ΕΛΑΣ: Έθνική Αργεντινής –Ενας μόνος του
Viveza criolla, στη Λατινική Αμερική, είναι η κρεολική εξυπνάδα ή αλλιώς η πονηριά· είναι η επιλογή να προσπαθείς να φτιάξεις κάτι που έχει σπάσει μόνο με τα υλικά που έχεις μπροστά σου, χωρίς να διστάσεις να λερώσεις τα χέρια σου (ή να τα βάλεις εκεί που δεν επιτρέπεται). Αν, για παράδειγμα, έχεις ένα κόμμα που μετράς, ως «τοξικό», στα focus groups ή παλιούς συνεργάτες που σε έχουν απογοητεύσει, κρατάς μόνο όσα χρειάζεσαι και συνεχίζεις παρακάτω – φταις – δεν φταις ο ίδιος. Αν χρειαστεί να κλωτσήσεις αντικανονικά έναν αντίπαλο, να χρησιμοποιήσεις ένα χέρι για το γκολ, θα το κάνεις χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να εμπνεύστηκε τα χρώματα της ΕΛΑΣ από την Μπαρτσελόνα, αν όμως το νέο του πολιτικό δημιούργημα ήταν ομάδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο, θα έμοιαζε περισσότερο με την Αλμπισελέστε. Στην Αργεντινή, το ποδόσφαιρο έχει χαρακτηριστικά αλάνας και τυχαίνει θρησκευτικής λατρείας. Οι άνθρωποι εκεί είναι επιρρεπείς στα ηγετικά σύμβολα. Και παρά τη διαφορετική ιδεολογική παράδοση, το ίδιο ισχύει και στην Αριστερά, της οποίας το πρόσημο φέρει το ακρωνύμιο της Συμπαράταξης.
Για χρόνια, έψαχναν έναν επόμενο Μαραντόνα, ένα πρόσωπο που θα γίνει τοιχογραφία στα στενά του Μπουένος Αϊρες. Ο Μέσι δεν είναι ο Ντιέγκο, όπως ο Τσίπρας δεν είναι ο Αρης Βελουχιώτης· είναι όμως το πρόσωπο για το οποίο αναπνέει, για καλό και για κακό, εδώ και δύο Παγκόσμια Κύπελλα μια ολόκληρη ομάδα. Και είναι το ίδιο πρόσωπο που, εκτός από φανατικούς οπαδούς ανά τον κόσμο, έχει και αντιπάλους που δεν θέλουν να τον βλέπουν μπροστά τους. Κανείς τους βέβαια δεν αμφισβητεί το ταλέντο του, κανείς δεν αμφιβάλλει πως σε μια καλή μέρα ο Μέσι, όπως κάθε πολιτικό πρόσωπο που συγκεντρώνει τους προβολείς πάνω του, μπορεί να αλλάξει την ροή του παιχνιδιού.
Πόσες καλές μέρες, βέβαια, μπορεί να έχει ένα πρόσωπο; Και μέσα σε αυτές μετράμε τα στραβά μάτια του διαιτητή ή των διοργανωτών; Ο Μέσι, όπως και ο Τσίπρας έπειτα από μια οδυνηρή ήττα που σε μεγάλο βαθμό του αποδόθηκε, είχε πάρει απόφαση να αποσυρθεί από την Εθνική Αργεντινής. Επέστρεψε, όμως, για να δικαιώσει τη φήμη του. Και πριν αναμετρηθεί με την Ισπανία για τον τελικό, έχει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του – με την αλαζονεία της ικανότητας και την προσδοκία ενός παιδιού-θαύματος που όμως έχει πια άλλον ρόλο.
ΠΑΣΟΚ: Εθνική Αγγλίας – Για να «γυρίσει σπίτι»
Η προσφορά της Αγγλίας στο ποδόσφαιρο ξεπερνάει την τροπαιοθήκη της. Το διαμόρφωσε με τον ίδιο καθοριστικό τρόπο που το ΠΑΣΟΚ καθόρισε την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, δίνοντάς του ψυχή και σώμα. Την αγαπάς ή τη μισείς· δεν γίνεται να μην αναγνωρίσεις τη διαδρομή της ποδοσφαιρικής Αγγλίας – με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς να αρνηθείς την πασοκική επίδραση στην πολιτική κουλτούρα της δικής σου χώρας.
Την πρώτη φορά που η Εθνική Αγγλίας συνάντησε την Εθνική Αργεντινής σε παιχνίδι Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο Λονδίνο το 1966, η Αγγλία κέρδισε με τη σημαία και με τον διαιτητή – το σκληρό παιχνίδι των Αργεντινών έφερε τον προπονητή Αλφρεντ Ράμσεϊ στα όριά του. Και τότε τα όρια των Αγγλων ξεπερνούσαν την πολιτική ορθότητα: ο χαρακτηρισμός «ζώα» έκανε τον γύρο της Λατινικής Αμερικής, γιατί θεωρήθηκε πως έδειχνε τι πραγματικά σκέφτονται οι προνομιούχοι λευκοί Βρετανοί για τους Αργεντινούς της εργατικής τάξης. Βγάζοντας τον ρατσισμό της δεκαετίας του ’60 από την εξίσωση, η αίσθηση ανωτερότητας των στελεχών του ΠΑΣΟΚ απέναντι στα κόμματα της Αριστεράς ήταν εμφανής και εκφραζόταν σχεδόν αλαζονικά μετά το 1981.
Η κόντρα εντάθηκε εκτός πολιτικών γηπέδων με την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο – με τον ίδιο τρόπο που ο πόλεμος των Φόκλαντ αύξησε την ένταση μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Και μετά ήρθε το χέρι του Θεού, ένα άδικο γκολ που μέτρησε: η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στο τιμόνι του ΣΥΡΙΖΑ, που στόχευσε με αντιμνημονιακό τρόπο την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έγινε η αιτία το ΠΑΣΟΚ να χάσει τον ρόλο του, ως κύριος εκφραστής του προοδευτικού χώρου.
Εκτοτε, πότε με κακό τερματοφύλακα, πότε με κακό προπονητή, η Εθνική Αγγλίας, όπως και το ΠΑΣΟΚ, έχουν δώσει το «παρών» σε κάθε μεγάλη διοργάνωση. Με χρυσές εποχές και πέτρινα χρόνια, έχουν να κερδίσουν εκλογές σχεδόν μία εικοσαετία, που σε ποδοσφαιρικά χρόνια μοιάζουν εξήντα. Εχουν πιστούς οπαδούς και παθιασμένους παίκτες, που αγαπούν τη φανέλα τους όσο αγαπούν το ίδιο το παιχνίδι. Εχουν το Wonderwall, το βρετανικό «Καλημέρα ήλιε». Εχουν «πάγκο» και συνέχεια – από τον Γκάρι Λίνεκερ στον Πολ Γκασκόιν, τον Αλαν Σίρερ, τον Μάικλ Οουεν, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Στίβεν Τζέραρντ, τον Γουέιν Ρούνεϊ, τον Χάρι Κέιν και τον Τζουντ Μπέλιγχαμ – η ελπίδα για μία ακόμα ευκαιρία, για να «γυρίσει σπίτι», δεν σταματάει ποτέ. Ακόμα και μετά (ή ακόμα και παρά) τον όποιο Μέσι.
ΣΥΡΙΖΑ: Εθνική Γερμανίας – Υπαρξιακές αναζητήσεις
Μα τι σχέση έχει το σημερινό «ξέφραγο αμπέλι» του ΣΥΡΙΖΑ με μια ομάδα που «στο τέλος πάντα κερδίζει»; Κι όμως, μακριά από αξιολογικές κρίσεις για το είδος της πολιτικής που άσκησαν ή για το ποδόσφαιρο που έπαιξαν στις καλύτερες στιγμές τους, έχουμε μπροστά μας δύο brandnames με υπαρξιακές ανησυχίες. Μοιράζονται μια κοινή μοίρα: το βάρος ενός παρελθόντος που αναζητεί νέο αντίκρισμα στη σημερινή εποχή.
Στο πρώτο μισό του 21ου αιώνα, η Γερμανία και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στην κορυφή, στο Μουντιάλ του 2014 και στις εκλογές του 2015. Από τότε, μετρούν ήττες, σχεδόν ταπεινωτικές, γιατί οι νέες ποδοσφαιρικές και πολιτικές συνταγές δεν πετυχαίνουν. Και έχουν το ίδιο πρόβλημα με τους προπονητές. Μετά τον Γιοακίμ Λεβ, η Γερμανία δοκίμασε τον Χανς Φλικ, όμως το 2022 δεν πέρασε καν στη φάση των ομίλων – φέτος ο Τζούλιαν Νάγκελσμαν έφυγε μετά τον αποκλεισμό από την Παραγουάη. Μετά τον Τσίπρα, και ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε δύο προέδρους. Τώρα, στα δημοσκοπικά όρια εισόδου στη Βουλή, αναζητά τον τρίτο.
Ελπίδα: Εθνική Παραγουάης – Οχι για όλους
Οταν η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε πρώτη φορά στη δημόσια σκηνή, η μάχη που έδινε για τη δικαίωση του παιδιού της έμοιαζε περίπου σαν αυτή που δίνει ο Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ – ή όπως δίνει μια μικρή χώρα, χωρίς ιδιαίτερο ποδοσφαιρικό εκτόπισμα, στους ομίλους ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οπως κάθε ιστορία αουτσάιντερ, η ιστορία της Εθνικής Παραγουάης, το πείσμα και η ανθεκτικότητα των παικτών της σε δύσκολα παιχνίδια «γλύκαναν» ακόμα και τους οπαδούς πιο μεγάλων, πετυχημένων ομάδων.
Κέρδισαν και μερικούς ουδέτερους παρατηρητές, φιλάθλους του καναπέ, γιατί οι άνισοι αγώνες έχουν την δική τους γοητεία. Ομως, κάτι τέτοιες ιστορίες, που βασίζονται πάντα σε μια μορφή διεκδίκησης του δικαιώματος στο όνειρο (ή στη σημαία ενός ηθικού πλεονεκτήματος) δεν έχουν πάντα αντίστοιχη συνέχεια. Οταν η παραγουανή γερουσιαστής Σελέστε Αμαρίγια αποκάλεσε τον Κίλιαν Εμπαπέ «αποικιοκρατούμενο Καμερουνέζο που έχει προσποιηθεί ότι είναι Γάλλος», ο αγώνας της εθνικής Παραγουάης «μουτζουρώθηκε» με τον ίδιο τρόπο που συνέβη αυτό όταν τα στελέχη και η πρόεδρος της Ελπίδας ξεκίνησαν τα σχόλια για τις αμβλώσεις και τα εμβόλια ή όταν άρχισαν οι κατηγορίες για φιλορωσικές θέσεις και συγκεντρωτισμό στην διαχείριση του κόμματος – δείχνοντας πως το εγχείρημα δεν απευθύνεται ιδεολογικά σε όλους.








