Είναι απορίας άξιο σε ποιο βαθμό πρόσωπα του πολιτικού χώρου αυτοκαταγγέλλονται, ως αμαθή και ανιστόρητα, νομίζοντας – ή μάλλον πιστεύοντας – πως εκφράζουν μια ρηξικέλευθη άποψη, σε σχέση με ένα πολιτικό τοπίο που προσπαθούν να το παρουσιάσουν όσο γίνεται πιο πυκνοκατοικημένο σε ατασθαλίες, καταχρήσεις και συγκρούσεις.
Με βάση, τόσο πραγματικές διαφωνίες και αντικειμενικά γεγονότα όσο και με ψευδείς καταγγελίες και ανύπαρκτες διαφορές.
Εχουμε πια εξοικειωθεί με τόσο ουρανομήκεις αμετροέπειες, ώστε γίνεται σχεδόν ακατόρθωτο να ελέγξει κανείς εκφράσεις, κραυγαλέα ανιστόρητες και ηθικά επιλήψιμες, όπως διατυπώνονται μέσα σε έναν στρόβιλο καταγγελιών, αψιμαχιών και ύβρεων που κάνει κάθε τι ήπια εκφρασμένο, αν και αδιανόητο, να ηχεί σαν παιδική χαρά.
Όπως για παράδειγμα τη φράση ενός στελέχους της ΕΛΑΣ, το βράδυ της περασμένης Πέμπτης σε μια τηλεοπτική εκπομπή (Action 24), που αποφάνθηκε πως στο νεοσύστατο κόμμα δεν τους ενδιαφέρει καθόλου – μα καθόλου – τι έγινε στο παρελθόν, είτε πρόκειται για το 2015 και το 2019 είτε για το… 1821 και ότι το μόνο που τους απασχολεί είναι το μέλλον (είναι κάτι καταπληκτικό να τους ακούς όλους τους – εδώ πια όλα τα κόμματα – , αν και παπαγαλάκια, να «σκίζονται» πως ό,τι λένε είναι η προσωπική τους γνώμη, αφού δίνουν και παίρνουν τα «προσωπικά πιστεύω», «θεωρώ πως…», «δεν είπα ποτέ κάτι που να μην εκφράζει εμένα τον ίδιο»).
Πρώτον, όταν παραθέτεις παρατακτικά τις χρονολογίες 2015, 2019 και 1821, όσο κι αν θα μπορούσες να ισχυριστείς πως το κάνεις με πρόθεση ειρωνική, στην πραγματικότητα αποσκοπείς δύο πολύ πρόσφατες χρονολογίες να τις μεταβάλλεις, για όσους σε ακούν, σε εξίσου ανεξιχνίαστες όσο και μια χρονολογία που ανάμεσα σε μας και σ’ αυτήν παρεμβάλλονται 205 χρόνια. Τι ωραίο που θα ήταν για όλους μας, αν γινόταν να «καθαρίζουμε» τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν, λέγοντας απλά πως «δεν μας ενδιαφέρει».
Σε τι ατέλειωτη προοπτική ευτυχίας θα μεταβαλλόταν ο κόσμος, αφού ό,τι μας έκανε να υποφέρουμε ή να δυστυχήσουμε, θα ήταν δυνατόν να το διαγράψουμε με μια μονοκοντυλιά, με τρεις μόνο λέξεις. Υπάρχει όμως μια «μικρή» διαφορά· αν το παρελθόν σε προσωπικό επίπεδο θα μπορούσε με πολλή προσπάθεια να «διαγραφεί» – ή έστω να «διασκεδασθεί» – θα ήταν δυνατό να συμβιβασθεί κανείς πως ό,τι τον έκανε να πονέσει ήταν κάτι σαν «μοίρα», αλλά τα πράγματα είναι ευτυχώς τελείως διαφορετικά.
Δεν υπάρχει λουτρό της Κανάθου όπου βουτώντας μέσα του ένας πολιτικός να επαναποκτά τη χαμένη του παρθενία και να μπορεί να μας συστηθεί, ως κάτι τελείως διαφορετικό σε σχέση με το πρόσωπο που τον γνωρίσαμε. Τέτοιες ριζικές αλλαγές ακόμα και στον Άγιον Όρος θα ηχούσαν ως αδιανόητες, πόσο μάλλον σε έναν χώρο όπως αυτός της πολιτικής, όπου κάθε αλλαγή είναι συνώνυμη με τον υπολογισμό, την κρυψίνοια, τη μωροφιλοδοξία, το συμφέρον, και κάθε άλλο παρά σε σχέση με μια αδήριτη εσωτερική ανάγκη για μια αθόρυβη και μη εξαργυρώσιμη πνευματική καταξίωση.
Δεν παύει, όμως, να αναρωτιέται κανείς πόσο ανεξάντλητες μπορεί να λογαριάζονται ακόμη οι πιστώσεις που ενδεχομένως μπορεί να εξασφαλίσει η έννοια του «μέλλοντος» ώστε, μηδενός εξαιρουμένου, σε σχέση με τους πολιτικούς πάντα, να επιμένουν με τόσο απροσχημάτιστα υπολογιστικό τρόπο στα ψηφοθηρικά οφέλη που μπορεί να τους αποφέρει.
Όταν η απευκταία γι’ αυτούς έννοια του παρελθόντος, το ίδιο το παρελθόν δηλαδή, έχει αποδείξει περίτρανα πως όσοι κερδοσκόπησαν ασύστολα ή έστω μετριοπαθώς σε σχέση με το μέλλον, όταν το μέλλον αυτό έγινε παρελθόν, τους είχε πανηγυρικά ή μάλλον με πολύ οδυνηρό τρόπο, για όλους εμάς τους υπόλοιπους, διαψεύσει.








