Όλα ξεκίνησαν από δύο επιθέσεις: η μία ήταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, που, βεβαίως, έχει τη ρίζα της στην εγκατάλειψη της Κριμαίας πολύ πριν, επί Ομπάμα, όταν ο Πούτιν την πήρε κάνοντας περίπατο. Η δεύτερη ήταν μία από τις πιο κτηνώδεις πολύνεκρες τρομοκρατικές ενέργειες: στο διεθνές φεστιβάλ μουσικής στο Ισραήλ από τη Χαμάς, η οποία, όσους δεν δολοφόνησε φρικτά επιτόπου, τους επιφύλαξε ομηρεία χειρότερη από κόλαση.
Αυτές οι δύο επιθέσεις και τα όσα τεράστιας κλίμακας πυροδότησαν δείχνουν να φτάνουν πλέον σταδιακά στο σύνθετο καταστάλαγμα ενός ευρύτατου κύκλου ριζικών μεταβολών που θα εγκαινιάσει μία νέα εποχή, ένα νέο αύριο. Αυτονόητα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: Τι αύριο θα είναι αυτό; Και εν προκειμένω όχι γενικά, μα σε μία διάστασή του που φαίνεται να εξελίσσεται στην κύρια «παράπλευρη απώλεια» όχι μόνον αυτών των εξελίξεων μα και της ίδιας της της φύσης: το αύριο της Ευρώπης.
Οι δύο κρίσεις ήδη κληροδοτούν στη δήθεν «ενωμένη Ευρώπη» ένα πρωτοφανές ρήγμα με τις ΗΠΑ που έγινε εκρηκτικό λόγω των απαγορεύσεων στα αεροσκάφη τους να μετασταθμεύσουν σε κύριες βάσεις κρατών στη Γηραιά Ηπειρο στην πορεία προς το Ιράν. Το προηγούμενο ρήγμα είχε σημειωθεί για την ενεργειακή συμμαχία ΕΕ – Ρωσίας που είχε επιβάλει η Γερμανία, με τον Τραμπ να απειλεί επ’ αυτής, όπως και για τις νατοϊκές δαπάνες, έντονα ήδη από την πρώτη του θητεία. Τα δύο μέτωπα έβλαψαν λοιπόν σοβαρά τη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης. Δηλαδή την Ευρώπη.
Όμως το βάθος της Ιστορίας φαίνεται αλλού: όσο και αν αυτά θα έχουν πολύ μεγάλη επίπτωση, είναι το ενδογενώς ευρωπαϊκό ζήτημα που έρχεται πλέον πολύ σύντομα και – ναι – θα καταστρέψει την Ευρώπη στη μορφή που έχει σήμερα. Και ουδείς μπορεί να το σταματήσει ή να του αλλάξει στόχο.
Και που όταν συντελεστεί, τότε, θα είναι πολλοί εκείνοι που θα κλάψουν με μαύρο δάκρυ για το ιστορικής κλίμακας σφάλμα στο οποίο επιπόλαια σύρθηκαν αντιδρώντας στις δύο προαναφερθείσες κρίσεις: με απλά λόγια, θα παρακαλούν γονατιστοί τους Αμερικανούς να είναι εδώ, μα εκείνοι δεν πρόκειται να εμπλακούν με τα δεινά που η ίδια η Ευρώπη θα επιφέρει στον εαυτό της.
Ο λόγος φυσικά για κάτι που αν δεν ήταν όλα τα παραπάνω θα μονοπωλούσε ασταμάτητα την αιχμή της διεθνούς ενημέρωσης: την, όπως όλα πλέον δείχνουν, σαρωτική επιστροφή της Ακροδεξιάς στην εξουσία στη Γερμανία για πρώτη φορά μετά τον Χίτλερ. Που, όπως αντιλαμβάνονται πια όλοι, είναι απλώς ζήτημα χρόνου – ή, ακόμα χειρότερα, όσο καθυστερεί με τον Μερτς να μην τον θέλει πια σχεδόν κανείς στη θέση του, τόσο πιο ισχυρή θα είναι σε ποσοστά.
Στη Γερμανία, μία ακόμα φορά πριν από λίγες ημέρες, όπως επί πολλούς πλέον μήνες, οι μετρήσεις κατέγραψαν την AfD πρώτο κόμμα σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τον Μερτς και το κόμμα του σε κατάρρευση, τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης για την παραμονή της κυβέρνησής του στην εξουσία να εκτινάσσεται. Επιπλέον, λίγο πριν, μία άλλη μέτρηση κατέδειξε ότι ο αριθμός των ακροδεξιών εξτρεμιστών στη χώρα είναι σήμερα μεγαλύτερος από ποτέ μετά τον Πόλεμο.
Χρειάζεται να αναλύσει κανείς κάτι σε όλα αυτά; Απλώς να υπενθυμίσει ότι δεν έπεσαν από τον ουρανό: ήταν αναμενόμενα από πολύ καιρό. Μα όταν ειδοποιούσες για την καταστροφική γερμανική ηγεμονία, η στοχοποίηση και οι επιθέσεις ήταν η αντίδραση από ένα κατεστημένο, ανεύθυνο σύστημα, που την υπηρέτησε τυφλά. Είτε από επαρχιωτισμό, είτε από άγνοια, από ανοησία, από δουλοπρέπεια και ανάγκη προσκόλλησης στον ισχυρό, είτε για… άλλους λόγους. Σύντομα θα διαπιστώσει τι υπερασπίστηκε με τέτοιο μισαλλόδοξο πάθος.
Και όσοι φαντάζονται ότι η γερμανική Ακροδεξιά θα είναι «προσαρμόσιμη» τύπου… Μελόνι, ας το ξεχάσουν: δεν πρόκειται. Αντιθέτως: είτε θα υποτάξει πλήρως, είτε θα τελειώσει την Ευρώπη. Και γρήγορα.








