Το έγκλημα της Marfin αποτελεί εδώ και 16 χρόνια μία χαίνουσα πληγή στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής δικαιοσύνης. Δεκαέξι χρόνια μετά η υπόθεση ξανανοίγει δικαστικά για τέταρτη φορά κι ενώ έχει προηγηθεί μια ομόφωνα απαλλακτική απόφαση για προγενέστερα κατηγορηθέντες.
Η ευφορία, ωστόσο, και οι πανηγυρικού τύπου δηλώσεις που συνόδευσαν τις πρόσφατες συλλήψεις, ανθρώπων πού ανακηρύχθηκαν a priori ένοχοι, μάλλον πρέπει να μας καταστήσουν σκεπτικούς παρά ανακουφισμένους. Και τούτο διότι τα ανώνυμα e-mail ως πηγή των πληροφοριών, η επεξεργασία στοιχείων με τη χρήση AI, οι διαρροές για ταυτοποίηση των κατηγορουμένων με βάση τον «σωματότυπο, τη στάση του σώματος και τα μαλλιά» ή τα χαρακτηριστικά του… σακιδίου ενός εξ αυτών, αποτελούν «στοιχεία» που προκαλούν το μειδίαμα κάθε έμπειρου ποινικολόγου.
Από την πλευρά, ωστόσο, των θυμάτων και των συγγενών αυτών ουδέν μειδίαμα δύναται να προκληθεί, τουναντίον, όπως ευστόχως ανέφερε από την πρώτη στιγμή η παθούσα κ. Καραγιάννη, η είδηση της προκάλεσε ταραχή και επιφυλακτικότητα, όπως και οργή προ του ενδεχομένου να χρησιμοποιηθεί η τραγωδία για πολιτικούς λόγους.
Αυτή ακριβώς η, απόλυτα ψύχραιμη και σταθμισμένη, στάση της παθούσας είναι εκείνη που πρέπει, κατά την άποψή μας, να διακρίνει τον δημόσιο διάλογο και την επικοινωνιακή προβολή του συγκεκριμένου γεγονότος κυρίως χάριν της προστασίας των θυμάτων. Από κει και πέρα από τη σύλληψη ενός υπόπτου έως την καταδίκη του, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι μεσολαβεί η συγκρότηση μιας στοιχειοθετημένης δικογραφίας, η οποία θα τεθεί υπό την κρίση και τη βάσανο ενός ανεξάρτητου ποινικού δικαστηρίου που θα αποδώσει δικαιοσύνη. Μέχρι τότε, και με βάση το ιστορικό της υπόθεσης, κάθε πανηγυρισμός φαντάζει παράταιρος, δυσανάλογος και παρακινδυνευμένος κυρίως ως προς την ψυχική γαλήνη και ανακούφιση των συγγενών και των θυμάτων του εγκλήματος.
Η Χριστίνα Τσαγκλή είναι δικηγόρος – αντιπρόεδρος ΔΣΑ








