Με τον κύκλο των δημοσκοπήσεων της περιόδου να έχει κλείσει λόγω διακοπών, το ερώτημα που μένει να απαντηθεί μετά την επιστροφή στην «κανονικότητα» (;) της νέας πολιτικής χρονιάς είναι αν και πώς θα συνεχισθούν οι ανακατατάξεις που εγκαινίασε η είσοδος νέων παικτών στο γήπεδο του εγχώριου κομματικού ανταγωνισμού. Ακόμα κρισιμότερο είναι το ερώτημα, αν τα σημεία σταθεροποίησης των πολιτικών ισορροπιών που άρχισαν να διαφαίνονται στις τελευταίες μετρήσεις συνεχίσουν να δείχνουν ότι οδεύουμε προς την έξοδο από το σημερινό ομιχλώδες πολιτικό τοπίο και τη σημερινή απροσδιοριστία των τάσεων της κοινής γνώμης.
Προς το παρόν το μόνο σίγουρο μοιάζει να είναι ότι οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν την οριστικοποίηση των αποφάσεων του Πρωθυπουργού για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών, θα λάβουν χώρα υπό πολύ δυσμενέστερες για την οικονομία και την κυβέρνηση συνθήκες. Το επερχόμενο τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης στενεύει τα περιθώρια ελιγμών και βάζει φρένο σε παροχολογίες που από ένα σημείο και πέρα θα αρχίσουν να εκλαμβάνονται ως ανεύθυνες υπερβάσεις των δημοσιονομικών ορίων αντοχής της χώρας.
Επειδή, ωστόσο, η πολιτική είναι η κατεξοχήν τέχνη της διαχείρισης των κοινωνικών, και όχι μόνον, αντιθέσεων, πολλά θα εξαρτηθούν από τη σοφία με την οποία θα ασκηθεί αποφεύγοντας εν προκειμένω τον σκόπελο της θραύσης των ορίων αντοχής μιας κοινωνίας της οποίας η συνοχή ήδη δοκιμάζεται σκληρά από μια ανεξέλεγκτη ακρίβεια.
Είναι πάντως μάλλον απίθανο να επέλθει σταθεροποίηση των πολιτικών συσχετισμών χωρίς προηγουμένως να έχει επικρατήσει μια κοινά ή έστω πλειοψηφικά αποδεκτή διάκριση των αντιθέσεων σε κύριες και δευτερεύουσες. Τέτοιου είδους ήταν, εξάλλου, οι διακρίσεις που επέτρεψαν στον δικομματισμό της Mεταπολίτευσης να κυριαρχήσει, αποσαφηνίζοντας τα εκάστοτε διλήμματα της διακυβέρνησης.
Αντιστρόφως, η έλλειψη τέτοιων διακρίσεων είναι, σε τελική ανάλυση, αυτή που παρήγαγε την κονιορτοποίηση του κομματικού συστήματος προκαλώντας ταυτόχρονα παραλυτική κόπωση στο εκλογικό σώμα. Τα συμπτώματά της είναι σήμερα ολοφάνερα: πρωτοφανής πολιτική ρευστότητα, επέκταση της γκρίζας ζώνης των αναποφάσιστων, καταφανής αναντιστοιχία μεταξύ των υφιστάμενων πολιτικών (ανα)ζητήσεων και των προσφερόμενων από τα κόμματα λύσεων με αποτέλεσμα να βαθαίνει διαρκώς η κρίση εκπροσώπησης και να αυξάνεται ο κίνδυνος να σπάσει η αποχή νέα ιστορικά ρεκόρ. Σε πείσμα μάλιστα της πόλωσης που επιλέγεται συνειδητά (πρωτίστως από τους κυβερνώντες) ως στρατηγική με την οποία ευελπιστούν να περιορίσουν την αποσυσπείρωση των ψηφοφόρων και τον ζωτικό χώρο του κυοφορούμενου κόμματος Σαμαρά.
Η αλήθεια είναι ότι σε μια χώρα με υπερτροφικό κράτος, μεταπρατική οικονομία και μικρο-μεσο-αστική κοινωνία, όπως υπήρξε η Ελλάδα, το ιστορικό της υπόβαθρο εκκρίνει ανακλαστικά την πόλωση λες και δυσκολεύεται να συναρθρώσει κοινωνικές αντιθέσεις με πολιτικές συγκρούσεις. Όθεν οι τελευταίες δεν απέκτησαν ποτέ παρ’ ημίν τη σαφήνεια που, για παράδειγμα, είχαν κάποτε οι σχέσεις κεφαλαίου – εργασίας στις βιομηχανικές κοινωνίες της Δύσης.
Οι διαιρετικές τομές που στην Ελλάδα χώριζαν κοινωνικές ομάδες και πολιτικά στρατόπεδα ανέκαθεν υπερπροσδιορίζονταν ιδεολογικά ενώ σπανίως αντιστοιχούσαν σε ταξικές διαφορές. Γι’ αυτό και το φαντασιακό υπερτερούσε πάντα του βιωματικού, συντελώντας στην υπερπολιτικοποίηση του εκλογικού σώματος και στη μόνιμη αναπαραγωγή του μοτίβου του Εθνικού Διχασμού ως μεθόδου κομματικής συσπείρωσης. Μόνο που είναι πλέον αμφίβολο αν σε περιβάλλον διευρυνόμενων κοινωνικών ανισοτήτων και αυξανόμενων ανασφαλειών η μέθοδος αυτή μπορεί να ενσωματώσει στο υφιστάμενο κομματικό σύστημα όσους νιώθουν αποκλεισμένοι εκτός των τειχών του. Εξού και είναι ακόμα πιο αμφίβολο ότι θα μπορέσουν να αναπαραχθούν συσχετισμοί σαν και αυτούς που οδήγησαν το 2015 στην ήττα το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και κάνουν τους κυβερνώντες να αισιοδοξούν ότι αρκούν για να κερδίσουν μια νέα αυτοδυναμία, ενώ η κοινωνική πλειοψηφία βρίσκεται σε αναζήτηση νέων πολιτικών ισορροπιών.








