Κάθε τρεις ημέρες είχαμε και μία! Μέσα στις τελευταίες 30 ημέρες δημοσιεύθηκαν – αν δεν έχασα κάποια στο μέτρημα – 11 δημοσκοπήσεις διαφορετικών εταιρειών. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός και η συχνότητά τους. Εντυπωσιακή είναι και η σύμπτωση των ευρημάτων. Ολες καταγράφουν, με μικρές αποκλίσεις, την ίδια εικόνα. Η ΝΔ διατηρεί το προβάδισμά της στην πρόθεση ψήφου, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να σταθεροποιείται στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ, που στην αρχή απειλήθηκε από το νεοφανές κόμμα της κ. Καρυστιανού, βρίσκεται καθαρά στην τρίτη θέση. Μα το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα είναι ότι αυτή η δημοσκοπική εικόνα μοιάζει να αναπαράγει πιστά το αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών.
Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων του τελευταίου αυτού κύματος δίνει και στα τρία κόμματα ποσοστά πολύ κοντά στις πραγματικές επιδόσεις τους, στις κάλπες του 2024. Η μέση εκτίμηση των εταιρειών για τη ΝΔ είναι γύρω στο 29% (είχε πάρει 28,3%). Για την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα γύρω στο 17% (ο ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη είχε πάρει 15%). Και για το ΠΑΣΟΚ γύρω στο 12% (από 12,8%). Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σαν να πάγωσε ο χρόνος. Σαν να μην έχουν επιρροή στην κοινή γνώμη οι αλλαγές που μεσολάβησαν στον κόσμο, τη χώρα, την καθημερινή ζωή ή στα ίδια τα κόμματα, τα σχήματα, τα ονόματα και την ηγεσία τους.
Πώς να εξηγήσει κανείς αυτήν την παράδοξη ακινησία; Υπάρχει, φυσικά, το ενδεχόμενο οι δημοσκοπήσεις να πέφτουν, όλες μαζί, έξω. Να μην πιάνουν τα υπόγεια ρεύματα που, όταν έρθει η ώρα, θα μας ξαφνιάσουν. Να μην εκτιμούν σωστά τις απαντήσεις που καταγράφουν κι ακόμη περισσότερο εκείνες που διαφεύγουν των μετρήσεων, που κρύβονται. Μα αν η εικόνα που μας δίνουν οι δημοσκοπήσεις είναι μια πιστή «φωτογραφία της στιγμής», αν καταγράφει πράγματι τον πολιτικό μας σφυγμό, τότε η πιθανότερη εξήγηση είναι αυτή: Πως ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, δύσπιστο, με χαμηλές προσδοκίες και μηδενική σχεδόν εμπιστοσύνη προς ό,τι κινείται στη δημόσια σφαίρα, έχει αποσυρθεί και περιμένει.
Τι μπορεί να σπάσει την ακινησία; Τα θρυλικά «γεγονότα», φυσικά. Κάτι αναπάντεχο που δημιουργεί έναν απρόβλεπτο κραδασμό στην κοινή γνώμη. Μια ξαφνική αλλαγή στην «πολιτική προσφορά», επίσης, που θα επηρεάσει και τη «ζήτηση». Ενας νέος παίκτης να κάνει την έκπληξη, ένας από τους υπάρχοντες να αυτοκαταστραφεί και ούτω καθεξής. Μα αν τίποτε δραματικό δεν μεσολαβήσει και αν τα νέα σχήματα (και τα εν αναμονή) έχουν ήδη μετρηθεί και ζυγιστεί με ακρίβεια, τι μπορεί να αλλάξει την εικόνα;
Η προκήρυξη των εκλογών είναι ο ένας παράγοντας. Λένε συνήθως ότι οι εκλογικές τάσεις διαμορφώνονται πολύ πριν προκηρυχθούν οι εκλογές. Μα στις εκλογές του Μαΐου του 2023, σύμφωνα με το exit polls, ένας στους τρεις ψηφοφόρους αποφάσισε την τελευταία εβδομάδα και ένας στους πέντε την τελευταία μέρα, μέσα στο παραβάν του εκλογικού τμήματος. Το ίδιο και σε μεγαλύτερη ένταση είχε συμβεί στις σεισμικές εκλογές του Μαΐου του 2012 (το 41% αποφάσισε τις τελευταίες 15 μέρες). Μπορεί να συμβεί ξανά. Ολα να κριθούν εντός της προεκλογικής περιόδου με τρόπο που είναι αδύνατο να σταθμιστεί από τώρα.
Το ίδιο το αποτέλεσμα των εκλογών είναι ένας δεύτερος παράγοντας. Αν η πλειοψηφία εκείνων που θα ψηφίσουν έχουν προεξοφλήσει πως οι εκλογές θα επαναληφθούν ως άγονες, το αποτέλεσμα εκείνης της πρώτης κάλπης μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη μετατόπιση που είναι ακόμη περισσότερο δύσκολο να προβλεφθεί, αφού θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν στο αποτέλεσμα οι ίδιοι οι πολιτικοί παράγοντες, κόμματα και πρόσωπα.
Και υπάρχει κι ένας τρίτος παράγοντας που μπορεί να διαψεύσει όσους θεωρούν πως η σημερινή δημοσκοπική εικόνα προλέγει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των εκλογών: η συμμετοχή των ψηφοφόρων. Στις ευρωεκλογές – το αποτέλεσμα των οποίων οι δημοσκοπήσεις αναπαράγουν – είχαν πάρει μέρος μόλις τέσσερα εκατομμύρια πολιτών (4.062.095, για την ακρίβεια). Αν η συμμετοχή αυξηθεί, στα επίπεδα των εκλογών του 2023 (λίγο πάνω από 6 εκατομμύρια) πολλά μπορεί να αλλάξουν. Αν, παρ’ ελπίδα, επιστρέψουν στις κάλπες όσοι είχαν ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές πριν την κρίση, το 2009 (λίγο πάνω από 7 εκατομμύρια), αλλάζουν σίγουρα τα πάντα.
Αν υπάρχει, λοιπόν, ένα συμπέρασμα από όλα αυτά, είναι πως η ισορροπία που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις μπορεί να είναι, στ’ αλήθεια, εξαιρετικά εύθραυστη. Και πως αυτό που μοιάζει σταθερό είναι στην πραγματικότητα μια σταθερότητα της αβεβαιότητας, η σταθερότητα της αστάθειας. Που δεν θα σταθεροποιηθεί – αν σταθεροποιηθεί – παρά μόνο με τη διεξαγωγή των εκλογών. Για κάποιους, αυτό είναι ένα επιχείρημα υπέρ της επίσπευσής τους.








