Βασικό χαρακτηριστικό του σημερινού πολιτικού τοπίου είναι η ρευστότητα. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στην πρώτη θέση, πέριξ του 25% στην πρόθεση ψήφου, δηλαδή σε αισθητή απόσταση από το επίπεδο της αυτοδυναμίας.
Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, το όριο του 25% αποτελεί την αφετηρία του κλιμακωτού bonus, ενώ μία μονοκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτεί, κατά κανόνα, ένα ποσοστό στη ζώνη του 37-38%, ανάλογα με το ποσοστό που θα συγκεντρώσουν τα κόμματα τα οποία θα μείνουν εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Για τη Νέα Δημοκρατία, το κεντρικό ζητούμενο είναι η προσέγγιση ποσοστών αυτοδύναμης διακυβέρνησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία της ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα επιχειρείται να λειτουργήσει συσπειρωτικά για το κυβερνών κόμμα. Το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» θα επιχειρηθεί και πάλι να αποκτήσει προεκλογική χρησιμότητα, καθώς η επαναφορά του επιτρέπει στη Νέα Δημοκρατία να μετατοπίσει τη συζήτηση από την κόπωση της διακυβέρνησης, την ακρίβεια και τις υποθέσεις διαφθοράς προς το ενδεχόμενο επιστροφής σε μια πολιτική περίοδο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μέρους του εκλογικού σώματος, ως περιπετειώδης.
Η δημοσκοπική δυναμική της ΕΛΑΣ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο του Α. Τσίπρα. Η δυναμική αυτή φαίνεται να οριοθετείται, προς το παρόν, στη ζώνη του 15-17%. Η υπέρβαση αυτού του δημοσκοπικού ορίου προϋποθέτει πειστικές προγραμματικές προτάσεις και αξιόπιστα πρόσωπα, ώστε το κόμμα να εμφανιστεί ως ασφαλής κυβερνητική εναλλακτική – και όχι ως όχημα πολιτικής επιστροφής του αρχηγού του.
Παράλληλα, οι κινήσεις του κ. Σαμαρά για νέο κόμμα απευθύνονται σε ψηφοφόρους του ευρύτερου νεοδημοκρατικού ακροατηρίου, οι οποίοι ανήκουν πολιτικά στη Δεξιά ή την Κεντροδεξιά, αλλά έχουν αποστασιοποιηθεί από τη ΝΔ υπό τον Κυρ. Μητσοτάκη.
Σε αυτό το εκλογικό περιβάλλον, η χρήση της πόλωσης ήδη διαφαίνεται. Ο τρόπος με τον οποίο εντάχθηκε στον δημόσιο λόγο η δολοφονική επίθεση σε στελέχη της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη δείχνει πόσο γρήγορα ένα ακραίο γεγονός μπορεί να αξιοποιηθεί, ως ευκαιρία κομματικής συσπείρωσης.
Η πόλωση υπηρετεί την ανάγκη αύξησης των ποσοστών της ΝΔ προς το επίπεδο της αυτοδυναμίας, μέσα από την αναβίωση παλαιών διπόλων, την προβολή προσωπικών αντιθέσεων και την ανάδειξη θεμάτων υψηλής συναισθηματικής φόρτισης.
Για τους σκοπούς αυτούς, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, τόσο η προοπτική του τουρκικού νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» όσο κι η ελληνική προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ως στοιχεία ενός αφηγήματος σταθερότητας και εθνικής εγρήγορσης.
Στον πυρήνα του αφηγήματος που εξυπηρετεί την πόλωση βρίσκεται ο φόβος: ο φόβος της ακυβερνησίας, της επιστροφής στο παρελθόν, της εθνικής υποχώρησης και, τελικά, του αντιπάλου, ως επικίνδυνου για τη χώρα.
Η Δημοκρατία προϋποθέτει, ασφαλώς, διαφωνία, αντιπαράθεση και πολιτικό ανταγωνισμό. Η αντιπαράθεση, όμως, μπορεί να κλιμακωθεί σε πόλωση, προκειμένου να αξιοποιηθεί ως εργαλείο εκλογικής συσπείρωσης και αύξησης ποσοστών. Πρώτο στάδιο αυτής της κλιμάκωσης είναι η συναισθηματική πόλωση (affective polarization).
Σε αυτή την περίπτωση, η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις ιδέες στα πρόσωπα· οι πολίτες απορρίπτουν πρώτα τους υποστηρικτές του άλλου κόμματος κι έπειτα τις απόψεις τους. Η βαρύτερη εκδοχή είναι η κακοήθης πόλωση (pernicious polarization). Πρόκειται για την κατάσταση στην οποία η νίκη του αντιπάλου πρέπει να «βιωθεί», ως απειλή για το έθνος, τους θεσμούς ή την ίδια τη Δημοκρατία.
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται ο κίνδυνος για τη Δημοκρατία. Η πόλωση μπορεί να συσπειρώσει· μπορεί να αυξήσει ποσοστά· μπορεί να φέρει ένα κόμμα πιο κοντά σε ποσοστά κυβερνησιμότητας.
Όταν, όμως, μετατρέπεται σε μέθοδο πολιτικής επιβίωσης, διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την αποδοχή του εκλογικού αποτελέσματος και τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ο αντίπαλος, εντός του συνταγματικού πλαισίου, αποτελεί θεσμικό συνομιλητή.
Ο δρ Αναστάσιος Παυλόπουλος είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω







