Η δημοσκοπική θέση του κυβερνώντος κόμματος στον πολιτικό χάρτη της χώρας έχει εδώ και καιρό μια διπλή ανάγνωση:

από τη μία υπάρχει η αδιαμφισβήτητη καταγεγραμμένη φθορά που προκαλείται από τις ανοιχτές υποθέσεις διαφθοράς, την αδυναμία ελέγχου και περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων αλλά και την κόπωση που δημιουργεί η μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία, από την άλλη ωστόσο υπάρχει η εξίσου αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ενός σημαντικού και συμπαγούς τμήματος του εκλογικού σώματος ότι η ΝΔ είναι επί της ουσίας η μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη κυβερνητική επιλογή ακόμη κι αν δεν είναι αυτοδύναμη.

Δημιουργείται λοιπόν το παράδοξο της ταυτόχρονης παρουσίας ενός πλειοψηφικού αιτήματος πολιτικής αλλαγής που καταδικάζει την κυβέρνηση, μια πολιτική αλλαγή όμως που δεν αντιστοιχίζεται από κάποιον εναλλακτικό πόλο του κομματικού συστήματος ούτε προσωποποιείται από κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ως εν δυνάμει αντιπάλου του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Μετά και την εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός πολιτικού συστήματος με σχετικά υψηλή κινητικότητα των ψηφοφόρων. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την υψηλότερη εκλογική ανθεκτικότητα, εμφανίζοντας συσπείρωση που υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων της με διαφοροποιήσεις ωστόσο μεταξύ των ευρωεκλογών και της τελευταίας εθνικής κάλπης.

Συγκεκριμένα η ΝΔ εμφανίζει συσπείρωση 66,4% σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2023 και 73,5% σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2024. Οι σημαντικότερες απώλειές της κατευθύνονται προς το κόμμα της κ. Καρυστιανού και τα υπόλοιπα κόμματα της Δεξιάς και του πατριωτικού τόξου, γεγονός που υποδηλώνει πίεση από τον ίδιο ιδεολογικό χώρο και όχι από την αντιπολίτευση.

Οι διαρροές προς τη Φωνή Λογικής και την Ελληνική Λύση, διαρροές που μπορεί να αυξηθούν στην περίπτωση δημιουργίας νέου κόμματος από τον κ. Σαμαρά συνιστούν ενδείξεις ιδεολογικής μετακίνησης ενός τμήματος του συντηρητικού εκλογικού σώματος προς περισσότερο αντισυστημικές ή εθνικοσυντηρητικές επιλογές.

Η διαφοροποίηση στον βαθμό συσπείρωσης μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αναδεικνύει τη φθορά που έχει υποστεί η κυβερνητική παράταξη και αποτυπώθηκε στην κάλπη των ευρωεκλογών, φθορά που η ΝΔ δεν έχει καταφέρει να την αντιστρέψει αλλά μόνο να την περιορίσει στα ποσοστά των ευρωεκλογών.

Το κυβερνών κόμμα διατηρεί μια σταθερή και συνεκτική εκλογική βάση χωρίς όμως σημαντικές δεξαμενές αύξησης της εκλογικής της επιρροής πέραν του ΠΑΣΟΚ για τους ψηφοφόρους του οποίου φαίνεται ότι η επανεμφάνιση του κ. Τσίπρα λειτουργεί ευεργετικά για τη ΝΔ. Το αντί ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο φαίνεται να επανακάμπτει με διαφορετικό τρόπο και να ανακατευθύνει ένα διόλου ευκαταφρόνητο 6,3% ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ προς τη ΝΔ.

Την ίδια στιγμή ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανακάμπτει στους κεντρογενείς ψηφοφόρους υιοθετώντας μια πιο δεξιά ατζέντα, η οποία όμως παρουσιάζεται ως ρεαλιστική και αναπόφευκτη. Συνεχίζει βέβαια και αποτελεί αγκάθι το ζήτημα των υποκλοπών που δεν φαίνεται ωστόσο να απασχολεί μεγάλο ακροατήριο.

Οσο λοιπόν το αίτημα της πολιτικής αλλαγής δεν σχηματοποιείται, η ΝΔ θα προβάλει ως απάντηση το αίτημα της σταθερότητας το οποίο μπορεί να είναι μειοψηφικό είναι ωστόσο συγκροτημένο και περιγεγραμμένο κοινωνικά και εκλογικά.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής ερευνών GPO

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail