Το «σύνδρομο Ζυρίχης-Λονδίνου», κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο, αναφέρεται στον διαρκή εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις ιστορικές Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου για την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο όρος καταδεικνύει μία ιστορική αντίφαση: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραψε τις συμφωνίες που οδήγησαν στη δημιουργία του κυπριακού κράτους, πλην όμως άκουσε να τον αποκαλούν προδότη. Το σύνδρομο αυτό, λέει ο Βενιζέλος, έχει διαπεράσει διαχρονικά την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Λειτουργεί, ως ψυχολογικό και πολιτικό βαρίδι, που εμποδίζει τη χάραξη τολμηρών στρατηγικών κινήσεων και τη λήψη αποφάσεων στα ελληνοτουρκικά υπό τον φόβο καταλογισμού ευθυνών. Εκεί αποδίδεται και το δόγμα της «ακινησίας» στα ελληνοτουρκικά που, παραδοσιακά, υιοθετείται από όλες τις κυβερνήσεις μετά τη Μεταπολίτευση.
Ας αφήσουμε στην άκρη αυτά που είπε ο Ερντογάν περί casus belli και τις αμυντικές προμήθειες· κι ας σταθούμε στην αναφορά του για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών: «Μπορούν να τις λύσουν μόνο οι ηγέτες των δύο χωρών». Είναι, τόσο σωστό όσο και αδύνατο. Διότι δεν πρόκειται να υπάρξει έλληνας πρωθυπουργός που θα καθίσει στο τραπέζι να συζητήσει, εκτός, φυσικά, αν έχει προηγηθεί κάποιο πολύ θερμό επεισόδιο ή μία κρίση μείζονος σημασίας. Γιατί αν υποθέσουμε ότι θα βρεθεί αυτός ο πρωθυπουργός, την ώρα που θα τραβάει την καρέκλα για να καθίσει, η πλάτη του θα γεμίσει μαχαίρια. Φανταστείτε, για παράδειγμα, να βάλει ο Μητσοτάκης τα ελληνοτουρκικά στην ατζέντα των εκλογών. Θα του πουν ότι διαπράττει εσχάτη προδοσία και αναζητεί λαϊκή κάλυψη. Εδώ ο Τσίπρας, που έκλεισε με εθνικά επωφελή τρόπο το Μακεδονικό, ελέγχεται από κάποιους ως μειοδότης.
Αυτός που θα τολμήσει να αγγίξει τα ελληνοτουρκικά θα δει κρεμάλες να εμφανίζονται μπροστά στους τσολιάδες στο Σύνταγμα. Ετσι θα πάει· με κούρσα εξοπλισμών και αυξομείωση της έντασης. Μέχρι να το λύσει η ζωή. Είτε με κάποια κρίση, είτε με την πάροδο δεκαετιών και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα που, ενδεχομένως, υπάρχουν στον βυθό του Αιγαίου. Οσο η κοινωνία εκπαιδεύεται με μαξιμαλιστικές θέσεις και ο διάλογος ταυτίζεται με τη μειοδοσία, η «ακινησία» θα παραμένει η μόνη πολιτικά βιώσιμη στρατηγική.
Η Star της ημέρας
Η Μπόνι Τάιλερ ήταν, στα αλήθεια, ο θηλυκός Ροντ Στιούαρτ. Οι φωνές τους έμοιαζαν τόσο πολύ, ώστε όταν άκουγες την Μπόνι, νόμιζες ότι είναι ο Ροντ σε πιο ψηλές νότες. Πέθανε στα 75 της. Και παίρνει μαζί της άλλη μία ψευδαίσθηση που διατηρούμε όσοι ζήσαμε την πρώτη νιότη στα 80s. Οσο κι αν γυρίσεις πίσω την κασέτα με τα τραγούδια, κάποια στιγμή θα τη «μασήσει» και αυτή ο χρόνος· μαζί με σένα, φυσικά.
Νέο διεκδικητικό πλαίσιο
Να δύο πολύ ωραία παραδείγματα λαϊκίστικης εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Το πρώτο προέρχεται από τη Μαρία Καρυστιανού: αφού πρότεινε την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια – δηλαδή πόλεμο – επέκρινε τον Πρωθυπουργό, επειδή δεν επέβαλε βέτο στη δημιουργία στρατηγικών κέντρων του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Γελάμε και πάμε παρακάτω. Η δεύτερη περίπτωση είναι στα αλήθεια ενοχλητική. Ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ μάς λέει ότι «η στρατηγική των ήρεμων νερών έχει αποτύχει». Προτείνει ένα νέο, διεκδικητικό πλαίσιο, που θα θέτει κόκκινες γραμμές απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα – πολύ καλό· αλλά μας το άφησε στη μέση· διότι θα ακούγαμε με πολύ μεγάλη προσοχή την επεξήγηση αυτής της θέσης. Υποθέτω θα προσεγγίζει ολιστικά τα ελληνοτουρκικά, χαράσσοντας κόκκινες γραμμές που θα διακηρύττουν την εθνική αποφασιστικότητα και θα διαφυλάσσουν τα εθνικά συμφέροντα. Καλά το πάω;
Τέλειος εξευτελισμός
Δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές του σκανδάλου των υποκλοπών, Ντίλιαν και Δημητριάδης, δεν θα κληθούν στην Επιτροπή της Βουλής, επειδή, κατά τη συμπολίτευση, δεν είναι «δημόσια πρόσωπα». Εντάξει· είναι όμως πρόσωπα «δημοσίου ενδιαφέροντος», θα έλεγα και εθνικού, καθώς οι υποκλοπές έγιναν εις βάρος προσώπων με θεσμική ιδιότητα και κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια του κράτους. Ας είναι· θα περιμένουμε το επόμενο επεισόδιο με την εκδίκαση των αγωγών κατά της εταιρείας που προμήθευσε το λογισμικό. Μέχρι τότε όμως θα παρακολουθούμε αλλεπάλληλα επεισόδια εξευτελισμού της κοινής λογικής και της θεσμικής τάξης. Διότι στη θέση στην οποία έχει περιέλθει η κυβέρνηση, ο διαρκής εξευτελισμός είναι φυσικό επακόλουθο. Εκτός κι αν το βλέπω στραβά· και ο εξευτελισμός ανήκει σ’ εμάς που παρακολουθούμε τις εξελίξεις με την κυβέρνηση να μας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα.








