Είτε μας αρέσει είτε όχι, τη διάκριση μεταξύ του νόμιμου και του ηθικού τη γνωρίζουμε από την υπόθεση του Γιώργου Βουλγαράκη το 2008, στο απόγειο της ένδοξης Εποχής της Αστακομακαρονάδας. Αν είναι σωστό ή όχι να υφίσταται η συγκεκριμένη διάκριση στη συνείδηση του πολίτη, αυτό είναι ένα ζήτημα που το αφήνουμε για τους φιλοσόφους. Στην πρακτική πολιτική όμως, η διάκριση είναι υπαρκτή και αυτό αρκεί. Για να το πω μεταφορικά, δεν ενδιαφέρει αν η νάρκη κατά προσωπικού είναι ένα φρικτό και ύπουλο όπλο, ούτε ποιος παλιάνθρωπος την τοποθέτησε· αυτό που αρκεί είναι να μην την πατήσεις. Αυτός είναι ο κανόνας. Και ο Νικόλας Φαραντούρης, κινούμενος όπως πάντα με φόρα και ενθουσιασμό, με το βλέμμα μονίμως στραμμένο ψηλά στους στόχους του, πάτησε τη νάρκη και μάλιστα του πήρε και μερικές μέρες, ώσπου να το συνειδητοποιήσει.

Είναι προφανές ότι η σύζυγος του κ. Φαραντούρη έχει τα τυπικά προσόντα για την επίζηλη απόσπαση στις Βρυξέλλες. Να δεχτώ, επίσης, ότι ο σύζυγός της ουδεμία εμπλοκή είχε στην επιλογή της. Ομως τα καθέκαστα της υπόθεσης δεν μετράνε, από την ώρα που η απόσπαση κρίνεται δημοσίως, ως μία πράξη εκτός των ορίων της ηθικής. Το πρόβλημα, βλέπετε, είναι ότι κανείς δεν μπορεί να πείσει τους καχύποπτους ότι ο Φαραντούρης (που έχει παντού μόνο φίλους) δεν ψιθύρισε μια κουβέντα στο κατάλληλο αφτί. Κι ας μην την έχει πει ποτέ αυτή την κουβέντα – η υποψία αρκεί. Και τότε τι θα ήταν ηθικό, αναρωτιέμαι. Μήπως η γυναίκα του Φαραντούρη θα έπρεπε να θέσει σε εκκρεμότητα τις επαγγελματικές φιλοδοξίες της, επειδή ο σύζυγος είναι ευρωβουλευτής; Το βρίσκετε ηλίθιο; Κι εγώ το ίδιο! Δυστυχώς όμως έτσι είναι στο πολίτευμα που ονομάζουμε Δημοκρατία: ό,τι προκαλεί το πλήθος (plebs, plebis κ.λπ.) θεωρείται ανήθικο. Από την αρχαιότητα, την Αθήνα και τη Ρώμη, μέχρι σήμερα. Αυτό είναι και δεν αλλάζει, εφόσον οι πολλοί έχουν την εξουσία.

Η έννοια του ηθικού είναι, λοιπόν, ρευστή και μεταβαλλόμενη, καθώς εξαρτάται πάντα από τις διαθέσεις του κόσμου και την ατζέντα των καιρών. Ενας πολιτευόμενος δεν μπορεί να την αγνοεί, ιδίως δε κάποιος που πολιτεύεται καταβάλλοντας τόσο μεγάλη προσπάθεια, για να αρέσει. Για τον λόγο αυτόν προκαλεί εντύπωση πως πάτησε τη νάρκη ο κ. Φαραντούρης, και μάλιστα όταν ακόμη δεν έχει στεγνώσει η μελάνη της μεταγραφής του. Γιατί οπωσδήποτε συμβάλλει και αυτό στην καχυποψία περί το πρόσωπό του. Από τον τρόπο με τον οποίο τον είδαμε να αιωρείται σαν μελισσούλα πάνω από το ένα λουλουδάκι μετά το άλλο, μέχρι να βυθιστεί στο νέκταρ του ΠΑΣΟΚ, έγινε αντιληπτό ότι ο κ. Φαραντούρης υπολογίζει καλά το συμφέρον του και το επιδιώκει αδίστακτα. Δεν προκάλεσε κατάπληξη επομένως, ότι ανάμεσα στην οικογένειά του και το κόμμα του αυτός προτίμησε την οικογένειά του. Αυτό ακριβώς υπαινίχθηκε ο Μιχάλης Κατρίνης με τη διακριτικά επικριτική δήλωσή του για το θέμα. Αν ήμουν στη θέση του, την οικογένειά μου θα διάλεγα κι εγώ, αλλά δεν είμαι πολιτικός.

Ο κ. Φαραντούρης έχει μπει με φόρα στην πολιτική αρένα, πρέπει όμως να ελέγξει την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία κινείται, γιατί με την ίδια φόρα μπορεί και να βγει, χωρίς και πάλι να το καταλάβει…

Η ΠΙΣΩ ΟΨΗ

Διατρέχω την ειδησεογραφία στις ιστοσελίδες της Κύπρου και βλέπω πανηγυρικά δημοσιεύματα, επειδή η χώρα τους κατετάγη πρώτη στην Ευρώπη και τέταρτη παγκοσμίως ως «δομικά ελκυστικός προορισμός εγκατάστασης για ευπόρους» (να διευκρινίσω ότι «εύπορος» είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιούμε, όταν δεν θέλουμε να σοκάρουμε με τη λέξη «πλούσιος»). Η έρευνα είναι προϊόν μιας εταιρείας, ονόματι «Henley & Partners» («η εταιρεία των πολιτών της Υδρογείου», είναι το motto της), η οποία προσφέρει υπηρεσίες μετεγκατάστασης σε πλουσίους, που επιθυμούν την ασφάλεια της δεύτερης υπηκοότητας. Την ίδια μέρα, ωστόσο, η πρώτη είδηση σε όλα τα κυπριακά ΜΜΕ αφορούσε δικαστική έρευνα για κατηγορίες περί διαφθοράς.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail