Για πολλά χρόνια ο πολιτικός διπολισμός στην Ελλάδα είχε καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Από τη μία η Κεντροδεξιά, με αναφορές στη σταθερότητα, την ασφάλεια, την οικονομία και την ευρωπαϊκή πορεία. Από την άλλη η Κεντροαριστερά και η Αριστερά, με αναφορές στην κοινωνική δικαιοσύνη, το κράτος πρόνοιας, τα δικαιώματα και την αναδιανομή. Ο παλιός διπολισμός δεν αφορούσε μόνο τα κόμματα, αλλά διαπερνούσε κοινωνικές ομάδες, οικογενειακές παραδόσεις, επαγγελματικούς χώρους και πολιτικές ταυτότητες, δίνοντας στην ψήφο μνήμη και καταγωγή. Ο πολίτης ήξερε περίπου ποιος χώρος εξέφραζε ποια κοινωνική αγωνία, ποια προσδοκία και ποια αντίληψη για τη χώρα.

Αυτό το μοντέλο έχει πλέον αλλάξει. Δεν έχει εξαφανιστεί η ιδεολογία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της, για να εξηγήσει τη σημερινή πολιτική συμπεριφορά. Ο νέος διπολισμός είναι λιγότερο ιδεολογικός και περισσότερο λειτουργικός, καθώς δεν απαντά μόνο στο ερώτημα «πού ανήκω», αλλά και στο ερώτημα «ποιος μπορεί να κυβερνήσει», «ποιος μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα», «ποιος μπορεί να ανοίξει έναν διαφορετικό δρόμο».

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη κρίσιμη διαφορά. Ο νέος διπολισμός κινείται συνολικά σε χαμηλότερα ποσοστά από τους παλιούς διπολισμούς, καθώς δεν παράγει τις μεγάλες, σχεδόν καθολικές συσπειρώσεις του παρελθόντος. Και αυτό δεν είναι τυχαίο· συνδέεται με τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στα κόμματα, τους θεσμούς και την ίδια την πολιτική, αφού οι δύο πόλοι μπορεί να σχηματίζονται, αλλά σχηματίζονται μέσα σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης αποχής, καχυποψίας και ρευστότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα πρόσωπα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, όχι επειδή αντικαθιστούν πλήρως την πολιτική, αλλά επειδή συμπυκνώνουν πολιτικές μνήμες, κυβερνητικές εμπειρίες και συλλογικές προσδοκίες. Ο σημερινός διπολισμός δεν είναι απλώς σύγκρουση ιδεολογιών, αλλά σύγκριση αξιοπιστίας, εμπειρίας, προοπτικής και δυνατότητας διακυβέρνησης.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τον δεύτερο πόλο δεν γίνεται πλέον θεωρητικά. Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα δίνει κομματική μορφή σε έναν χώρο που αναζητούσε ενιαία έκφραση. Απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που εκπροσωπούν τη συνέχεια, τη σταθερότητα και τη διαχειριστική εμπειρία, επιχειρείται η συγκρότηση ενός άλλου πόλου, με αναφορά στην αλλαγή κατεύθυνσης και στη δημιουργία νέας κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το κρίσιμο όμως δεν είναι μόνο το ποιος ηγείται κάθε πόλου, αλλά τι συσπειρώνει ο καθένας. Από την ανάγκη σταθερότητας, προβλεψιμότητας και κυβερνητικής συνέχειας, στην ανάγκη εναλλαγής, την κοινωνική πίεση και την προσδοκία μιας διαφορετικής πολιτικής ισορροπίας. Ετσι, ο νέος διπολισμός δεν θυμίζει πλήρως ούτε το παλιό ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, ούτε το μεταμνημονιακό ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι μόνο ιδεολογικός, ούτε μόνο αντιπαραθετικός, αλλά ένας διπολισμός κυβερνητικών αφηγήσεων: από τη μία η υπόσχεση της συνέχειας, κι από την άλλη η υπόσχεση της αλλαγής κατεύθυνσης.

Εκεί θα κριθεί η νέα πολιτική σύγκρουση. Οχι μόνο στα ποσοστά και στη φθορά, αλλά στο ποιος θα μπορέσει να μετατρέψει τη συσπείρωση σε εμπιστοσύνη, την πολιτική μνήμη σε σχέδιο και το πρόσωπο σε πειστική πρόταση διακυβέρνησης.

Ο Γιάννης Ράζος είναι σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail