Από την περασμένη Πέμπτη, μήνες μετά τη θερμή υποδοχή από κοινό και κριτικούς στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, «Η μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου», μια ανατρεπτική μαύρη κωμωδία, σε σκηνοθεσία του Αθανάσιου Τόμμυ Σκλάβου, προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή Tanweer. Στην ταινία παρακολουθούμε τις δράσεις ενός αντισυμβατικού συνεργείου ντοκιμαντέρ, αποτελούμενο σχεδόν αποκλειστικά από λεσβίες, να βρει την αλήθεια πίσω από τη φονική έκρηξη που συγκλόνισε τα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου πριν από πέντε χρόνια. Η ταινία είναι ουσιαστικά μοιρασμένη σε τρεις (διασταυρούμενες) ιστορίες, τριών ανθρώπων που ζουν στα ΚΑΠΗ (Νίκος Δαμουλής, Αρης Κρούσκος, Ελλη Ξείπα).
Πέρα από το ότι αποτελεί πρωτοβουλία της δημοτικής Αρχής του Αλίμου όπου έγιναν τα γυρίσματά της σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους, το ενδιαφέρον στη «Μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» είναι ότι συμμετέχουν μόνο ερασιτέχνες ηθοποιοί, που παίζουν καταπληκτικά. Παιδί του Αλίμου, ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Αθανάσιος Τόμμυ Σκλάβος δραστηριοποιείται, τα τελευταία χρόνια, με επιτυχία στον χώρο του κινηματογράφου στην Ελλάδα και την Αμερική και έχει ξεχωρίσει για το αυστηρό και καινοτόμο κινηματογραφικό του στυλ. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από έντονη προσωπική εμπλοκή και συνεργασία με διαφορετικές κοινότητες, προκειμένου να φέρει στην οθόνη ιστορίες που συνδυάζουν τον ρεαλισμό με το πειραματικό στοιχείο.
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς προέκυψε η εμπλοκή σας σε αυτή την ταινία. Ποιος είχε την ιδέα; Πώς έγινε σε σας η πρόταση;
Ο δήμαρχος Αλίμου μού ζήτησε να γράψω μία ταινία που θα χρηματοδοτήσει ο δήμος και θα γυριστεί εξ ολοκλήρου στον Αλιμο. Οταν είδαμε ότι οι οικονομικές δυνατότητες του δήμου απείχαν πολύ από το budget που απαιτείται για μια μεγάλου μήκους ταινία με επαγγελματικά στάνταρ, αποφασίσαμε να τη γυρίσουμε με δημότες ηθοποιούς από τις ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες και με πολύ εθελοντισμό από ολόκληρη την κοινωνία του Αλίμου.
Πώς αντιμετωπίσατε το εγχείρημα;
Για μένα ήταν ένα πολιτιστικό project, που θεώρησα ότι είχε ενδιαφέρον σαν πείραμα. Και σαν παιδί του Αλίμου, δεν θα μπορούσα να αρνηθώ. Ηταν ένα μικρό στοίχημα, όχι το να κατορθώσω να κάνω μία ταινία που θα πάρει διανομή, αυτό δεν το πίστευα γιατί ο σκοπός ήταν η ταινία να μείνει και να παιχτεί μέσα στα σύνορα του Αλίμου. Ο στόχος ήταν να δω εάν μπορώ να γυρίσω μία ταινία που να στέκει, χωρίς χρήματα ουσιαστικά και χωρίς επαγγελματίες ηθοποιούς. Ηθελα να δοκιμάσω τις αντοχές μου και να σπρώξω πειραματικά τον εαυτό μου να σκαρφιστεί δημιουργικές λύσεις που θα έλυναν αυτή τη δύσκολη εξίσωση.
Αν η κωμωδία θεωρείται δύσκολο κινηματογραφικό είδος, η κωμωδία με ερασιτέχνες ηθοποιούς δείχνει όνειρο απατηλό. Πόσο σίγουρος ήσασταν ότι θα καταφέρετε κάτι – τουλάχιστον ευπρεπές – πριν τα γυρίσματα αρχίσουν;
Συμφωνώ μαζί σας ότι είναι όνειρο απατηλό. Η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί εξαίρεση του κανόνα και η συνταγή της εξαίρεσης είναι ότι δεν σταματάς να τη δουλεύεις μέχρι να πετύχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα, όσο χρόνο και να πάρει. Σε μία επαγγελματική, κανονική παραγωγή δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Οχι, δεν είχα καμία ανασφάλεια για το αποτέλεσμα πριν ξεκινήσουμε, γιατί απλούστατα ήξερα ότι θα συνεχίσω να τη δουλεύω μέχρι να φτάσει τουλάχιστον στα όρια της ευπρέπειας.
Οι ηθοποιοί είναι ερασιτέχνες, αλλά την υποκριτική τους θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο καταξιωμένοι επαγγελματίες. Πώς κάνατε το κάστινγκ;
Ουσιαστικά δεν έγινε κάστινγκ, απλά μάζεψα ένα γκρουπ 30 ανθρώπων από τις θεατρικές ομάδες και τους εκπαίδευσα για επτά μήνες. Τους ρόλους τούς έγραψα μετέπειτα πάνω τους. Δεν θα μπορούσα να γράψω ένα σενάριο, να το δώσω σε ερασιτέχνες ηθοποιούς και να έχω την απαίτηση να μεταμορφωθούν σε χαρακτήρες που θα είχα γράψει από πριν. Η διδασκαλία και οι επτά μήνες προβών ήταν απαραίτητο να γίνουν γιατί είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο απ’ το πουθενά να σταθεί μπροστά σε μία κάμερα και να μπορέσει να λειτουργήσει. Χρειάζεται τριβή και πολλές ώρες πτήσης για να νιώσει κάποιος άνετα μπροστά στην κάμερα. Επίσης οι περισσότεροι ηθοποιοί είχαν συνηθίσει να παίζουν σε θεατρικές ομάδες, οπότε έπρεπε να σπάσει αυτό το θεατρικό παίξιμο που είχαν στην αρχή για να μπορέσουν να λειτουργήσουν με έναν πιο κινηματογραφικό και ρεαλιστικό τρόπο.
Ποιες είναι οι κινηματογραφικές επιρροές σας;
Ο Αντρέι Ταρκόφσκι και ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν, όχι πάντα για το αποτέλεσμα των ταινιών τους, αλλά για το πώς λειτουργούσαν σαν οντότητες. Τους θεωρώ αρχετυπικά πρότυπα σκηνοθέτη και προσπαθώ να αφομοιώσω την απόλυτη σοβαρότητα, ειλικρίνεια και αφοσίωση που είχαν πάνω στο αντικείμενο.
Γιατί επιλέξατε οι βασικοί εργαζόμενοι στο κινηματογραφικό συνεργείο του ντοκιμαντέρ που γυρίζεται μέσα στην ταινία να είναι γυναίκες και ομοφυλόφιλες;
Αυτό έχει να κάνει με την υποβόσκουσα δομή του σεναρίου και του τρόπου που δουλεύω. Κάποια πράγματα δεν πρέπει να είναι κατανοητά στο κοινό, αλλά να λειτουργούν με έναν τρόπο υποσυνείδητο. Γενικότερα δεν μου αρέσει να αποκαλύπτω αυτές τις διαδικασίες, αλλά αυτό που μπορώ να σας πω επιδερμικά είναι ότι σχετίζεται με το τραύμα που προκύπτει από την απώλεια του ανδρικού στοιχείου μέσα σε ένα οικογενειακό σύστημα και ότι είναι κοινό και στις τέσσερις ιστορίες. Στην πρώτη ιστορία της μάνας με την κόρη, ο άντρας λείπει. Στη δεύτερη ιστορία επίσης ο πατέρας της μικρής είναι απών και ζει με τον παππού της και τη μητέρα της, στην τρίτη ιστορία η αρσενική ενέργεια εξατμίζεται και ο άντρας μεταμορφώνεται σε γυναίκα, και στην τέταρτη ιστορία του συνεργείου λείπει αλληγορικά όλο το αρσενικό στοιχείο. Το ότι είναι ομοφυλόφιλες δεν έχει καμία σημασία, θα μπορούσε να ήταν απλά φεμινίστριες ή καλόγριες, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι ήταν όλες γυναίκες.
Μιλώντας με κάποιον που είδε την ταινία και δεν του άρεσε, συνειδητοποίησα ότι αυτό έγινε επειδή (σε γενικές γραμμές) πιστεύει ότι η ταινία κατά βάθος χλευάζει την τρίτη ηλικία. Τι θα απαντούσατε σε αυτό;
Δεν υπήρχε καμία τέτοια διάθεση ή πρόθεση.







