Η Βρετανία, αν και εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), παραμένει η πλέον φιλική χώρα για τους Ελληνες για τουρισμό, σπουδές, οικονομική δραστηριότητα κ.λπ. Οπως έγραψε ο καθηγητής Κέβιν Φέδερστον, η Βρετανία δεν ακολούθησε το παράδειγμα της Ελλάδας η οποία το 2015 την τελευταία στιγμή εγκατέλειψε κάθε ιδέα για έξοδο από την ΕΕ (Grexit). Ακολούθησε τον δικό της δρόμο που είχαν χαράξει οι λαϊκιστικές δυνάμεις, έκανε δημοψήφισμα (Ιούνιος 2016) που κατέληξε υπέρ του Brexit και το 2020 αποχώρησε από την Ενωση.
Εξι χρόνια μετά διαπιστώνει ότι «δύσκολα υπάρχει ζωή για μια ευρωπαϊκή χώρα εκτός ΕΕ». Το αντίθετο, οι φιλοδοξίες που είχε επενδύσει στο Brexit για μια «παγκόσμια Βρετανία» και μια ευημερούσα οικονομία διαψεύσθηκαν πανηγυρικά. Το Brexit υπέσκαψε και την οικονομία αλλά και το πολιτικό σύστημα της χώρας με αποτέλεσμα η Βρετανία να καθίσταται σχεδόν μη κυβερνήσιμη. Εξού και η αλλαγή έξι πρωθυπουργών μέσα σε δέκα χρόνια.
Για την Ενωση η αποχώρηση Βρετανίας είχε επιπτώσεις θετικές και αρνητικές. Η σημασία της εξόδου μιας μεγάλης δύναμης – στρατιωτικής, διπλωματικής – φαίνεται σήμερα με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τον πόλεμο στην Ευρώπη (Ουκρανία) και την ανάγκη αντιμετώπισης της ρωσικής επιθετικότητας. Το παράδοξο είναι ότι με την αποχώρηση της Βρετανίας επηρεάστηκε και το γεωπολιτικό σύστημα της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα ο γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας. Με την αποχώρηση της Βρετανίας, η Ελλάδα έχασε έναν δίαυλο επιρροής εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Αν και οι θέσεις Ελλάδας και Βρετανίας απέκλιναν σε σημαντικό βαθμό μέσα στην Ενωση, ιδιαίτερα σε θέματα που αναφέρονται στην κοινή γεωργική πολιτική, προϋπολογισμό, σύγκλιση και συνοχή, οι δύο χώρες είχαν ωστόσο κοινή υποστηρικτική προσέγγιση για τη διεύρυνση της ΕΕ με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων αλλά και την εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι καθώς η Βρετανία είχε ισχυρούς ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με Ελλάδα και Κύπρο («εγγυήτρια δύναμη» μαζί με Ελλάδα και Τουρκία), είχε ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης την πολιτική γεωπολιτικού ενδιαφέροντος για την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Στη βάση αυτή Ελλάδα και Βρετανία μπορούσαν επομένως να διαμορφώνουν κοινές γεωπολιτικές προσεγγίσεις για την περιοχή. Με το Brexit δημιουργήθηκε ένα κενό που σε μεγάλο βαθμό κάλυψε η Γαλλία (συμφωνίες εταιρικής σχέσης με Ελλάδα, Κύπρο) προκαλώντας την αντίδραση της Τουρκίας. Η τελευταία ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τη Βρετανία.
Οπως γράφει ο Economist, μετά το Brexit η Ευρωπαϊκή Ενωση έγινε περισσότερο «Γαλλική» στην εσωτερική της διάρθρωση, πολιτικές και φιλοσοφία, υιοθετώντας ως κύρια επιδίωξη τη γαλλική ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας». Εγινε όμως περισσότερο Γαλλική και στην εξωτερική της πολιτική και γεωπολιτικές στοχεύσεις. Αλλά και η Ελλάδα έγινε περισσότερο Γαλλική, τόσο σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή της πολιτική για την ανάπτυξη της Ενωσης όσο και στον εξωτερικό της προσανατολισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι ευθύς με την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ενωση, η Ελλάδα υπέγραψε με τη Γαλλία (2020) συμφωνία στρατηγικής συμμαχίας με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.
Ωστόσο η ανάγκη για ισχυρότερη παρουσία της Βρετανίας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι εμφανής…
Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική».








