Βρισκόμαστε στα μέσα του 16ου αι. Ο Ιωάννης ο Γασκόνος έχει μεταναστεύσει από τη Ρόδο στη Μάλτα. Βρίσκει δουλειά ως υπάλληλος στο σφαγείο του Μπίργκου, ενώ διαχειρίζεται και μικρά δάνεια για συμπατριώτισσές του. Mε τον καιρό εκμεταλλευόμενος τα κοινοτικά του δίκτυα, εκλέγεται δύο φορές σε ένα αξίωμα μεγάλου κύρους, του μέλους του δημοτικού συμβουλίου. Λίγες δεκαετίες αργότερα, περίπου το 1605, ο επίσης Ελληνας, σύμφωνα με τις πηγές, Αντόνιο Καμπαρίνι κερδίζει την αγωγή που έχει καταθέσει εναντίον του Οράτιο Ντε Φέρο για επίθεση και κατάσχεση του πλοίου του. Μέχρι όμως να εκδικαστεί η υπόθεση το πλοίο είχε ήδη αποσυναρμολογηθεί και τα εξαρτήματά του είχαν χρησιμοποιηθεί για την επισκευή άλλων σκαφών. Ο Αντόνιο αναγκάστηκε να αρκεστεί σε χρηματική αποζημίωση, η οποία όμως δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει τις εμπορικές ευκαιρίες που είχε χάσει.

Πρόκειται για δύο από τις πολλές ιστορίες που έρχονται στο φως καθώς ένα πλούσιο και άγνωστο σε ένα μεγάλο ποσοστό ως τώρα, μωσαϊκό αρχειακών τεκμηρίων σχετικά με τις ελληνομαλτεζικές σχέσεις ψηφιοποιήθηκε πρόσφατα  από το Κέντρο Μελετών της Μάλτας στο Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη Χειρογράφων Χιλ σε συνεργασία με μαλτέζικα αρχεία.

Ιστορίες που ως μέρος μιας ευρύτερης έρευνας για τη Μάλτα των Ιωαννιτών Ιπποτών και τα κουρσάρικα δικαστήρια έως τα εμπορικά δίκτυα της εποχής των επαναστάσεων, ανατρέπουν την εικόνα του «ιερού πολέμου» ανάμεσα στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών και τον οθωμανικό-ελληνικό κόσμο. Και αποκαλύπτουν ότι πίσω από τη ρητορική σύγκρουσης λειτουργούσε ένα πυκνό δίκτυο οικονομικής αλληλεξάρτησης με έλληνες εμπόρους, ναυτικούς και κοινότητες.

Οι ιστορίες αποτελούν ένα μικρό δείγμα από τις τοποθετήσεις που αναμένονται αύριο Τρίτη, υπό τον γενικό τίτλο «Αρχεία της Μάλτας και Μεσογειακά Δίκτυα: Ελληνική κινητικότητα, θαλάσσιες ανταλλαγές και διαπεριφερειακές διασυνδέσεις (16ος–19ος αιώνας)» στο πλαίσιο του 4ου Ερευνητικού Εργαστηρίου «Λίνος Πολίτης», που διοργανώνει το Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας σε συνεργασία με τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής Γιάννη Στογιαννίδη.

«Μεταβάλλεται ριζικά ο τρόπος που προσλαμβάνουμε τον «ιερό πόλεμο», από έναν απόλυτο ιδεολογικό φραγμό σε ένα ρυθμιζόμενο, συμβιωτικό πλαίσιο. Ενώ η επίσημη ρητορική της διαρκούς αντιπαράθεσης αποτελούσε γεωπολιτική αναγκαιότητα για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη του Τάγματος και των ευρωπαϊκών εσόδων του, οι παρουσιάσεις μας αναδεικνύουν ένα έντονο υπόστρωμα οικονομικής αλληλεξάρτησης», λένε στο «Νσυν» ο γενικός αρχειονόμος της Μάλτας, καθηγητής Τσαρλς Φαρούτζια και η λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Μάλτας, δρ. Βαλέρια Βανέζιο. «Ο ιερός πόλεμος δεν συνιστούσε απόλυτο φραγμό στο εμπόριο· ήταν το θεσμικό πλέγμα μέσω του οποίου η διαπεριφερειακή θαλάσσια κυκλοφορία υπαγόταν σε νομικό έλεγχο, αποτελούσε πεδίο αντιπαράθεσης και εμπορευματικής εκμετάλλευσης», συνεχίζουν.

Μαζί με τους Ιππότες

Τι «μεταφέρθηκε» από τη Ρόδο μαζί με τους Ιωαννίτες Ιππότες στη Μάλτα το 1530 – ανθρώπινα δίκτυα και θεσμικές πρακτικές; «Και τα δύο, άρρηκτα συνδεδεμένα. Οταν το Τάγμα εγκαταστάθηκε στη Μάλτα το 1530, μετέφερε το ναυτιλιακό οικοσύστημα που είχε αναπτυχθεί επί δύο αιώνες στα Δωδεκάνησα. Περίπου 3.000 έως 4.000 Ροδίτες, μεταξύ αυτών ναυτικοί, ναυπηγοί και επιφανείς οικογένειες, που επέλεξαν εθελοντικά την εξορία μαζί με τους Ιππότες, παρέχοντας μια άμεση δημογραφική άγκυρα για τις πόλεις-λιμάνια της Μάλτας (Μπίργκου, Μπόρμλα και Ιζλα).

Το Τάγμα, παράλληλα, μετέφερε τις καθιερωμένες διοικητικές του πρακτικές για τη διακυβέρνηση ενός μεικτού πληθυσμού. Οι Ρόδιτες εντάχθηκαν ταχύτατα στην τοπική αστική διακυβέρνηση, ορισμένοι από αυτούς υπηρετώντας ως μέλη (jurat) στο δημοτικό συμβούλιο (Universita) της πόλης», εξηγεί η δρ. Βανέζιο και επισημαίνει πως υπάρχουν γενεαλογικές γραμμές που μπορούν να εντοπιστούν με αδιάλειπτη ακρίβεια διαμέσου των αιώνων, όπως η οικογένεια Μαρμαρά με ροδιακή καταγωγή που από το 1530 έως τα τέλη του 17ου αιώνα, εντοπίζεται σε αγροτικές περιοχές της Μάλτας.

Εμποροι, ναυτικοί, ταξιδιώτες και εκκλησιαστικά πρόσωπα παρελαύνουν από την ξεχωριστή αυτή πολυαρχειακή έρευνα. Ποια από αυτές τις κατηγορίες αφήνει το πλουσιότερο αρχειακό ίχνος και ποια παραμένει πιο «σιωπηλή» στα έγγραφα; «Το πλουσιότερο ίχνος αφήνουν οι έμποροι και οι πλοίαρχοι. Οι απλοί ναύτες και οι περαστικοί ταξιδιώτες σπανίως υπέγραφαν επίσημα συμβόλαια περιουσίας, παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό αόρατοι, εκτός αν συνελήφθησαν σε δίκη της Ιεράς Εξέτασης. Παρομοίως, εκτός αν ένας συμβολαιογράφος είχε καταγράψει ρητά την ταυτότητα ενός αιχμαλώτου κατά την άφιξή του, η μεγάλη πλειονότητα των απλών κωπηλατών και υπηρετών παρέμειναν ανώνυμα γρανάζια στη ναυτιλιακή μηχανή της Μεσογείου» υποστηρίζουν ο Τσαρλς Φαρούτζια και η Βαλέρια Βανέζιο.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail