«Τα χέρια ύψωσα να κάμω δέηση / και είδα Θεά που αρχίνησε με μαύρο φόρεμα σαν του λαγού το αίμα / Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο / κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στο νόμο / και κι απ’ όπου χαράζει ως όπου βυθά / τόπο ενδοξότερο τα μάτια μου δεν είδαν». Αυτούς τους στίχους άρχισε να απαγγέλλει η Μαρίζα Κωχ όταν της ζήτησα να ξεχωρίσει ένα σημείο από τους «Ελεύθερους πολιορκημένους» που τη συγκινεί βαθιά. Δεν είναι το μοναδικό πάντως με το οποίο τη συνεπαίρνει ο σπαρακτικός λόγος του Διονύσιου Σολωμού για να εκφράσει τη γενναιότητα και το μεγαλείο της Εξόδου του Μεσολογγίου.
Η σπουδαία ερμηνεύτρια και δημιουργός, που ιχνηλατεί εδώ και δεκαετίες τα μονοπάτια της ελληνικής μουσικής παράδοσης, ταγμένη απολύτως στη μελοποίηση κορυφαίων ποιητών και τα έργα μεγάλων συνθετών, επιστρέφει φέτος στη σκηνή για να αποδώσει ένα βαθύτερο προσωπικό και συλλογικό χρέος. Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Εξοδο συμπράττει με το Εθνικό Θέατρο, το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και τον Δήμο Μεσολογγίου στην παράσταση «Η Γυναίκα της Ζάκυθος / Διάλογος στα ερείπια του Μεσολογγίου», σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη.
Εκεί, η Μαρίζα Κωχ ερμηνεύει ζωντανά επί σκηνής αποσπάσματα από τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», φέρνοντας στο σήμερα το διαχρονικό αίτημα για ελευθερία. «Οταν μου ζήτησαν από το Εθνικό αν μπορώ να μελοποιήσω σε μορφή θρήνου τους “Ελεύθερους πολιορκημένους”, ήταν κάτι που το ήθελα και μου ήρθε. Η σκέψη μου είναι πάντα στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας. Θα μπορούσα να είχα γίνει ιστορικός. Αλλά η σκέψη μου για το Μεσολόγγι πάντα υπάρχει… Εμένα με συγκινούσε η ανθρώπινη υπέρβαση. Πυκνώνει το ηρωικό κομμάτι του ανθρώπου με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο. Νομίζω δεν έχει ξαναγίνει κάτι ανάλογο, δεν έχω συναντήσει ανάλογη ιστορική στιγμή. Το ότι είχαν έρθει πίσω από τα νησιά τα γυναικόπαιδα και ήταν όλοι μαζί στον αποκλεισμό, ήταν κάτι παραπάνω από ηρωική πράξη».
Ποίηση
Η παράσταση, που αντλεί έμπνευση από τα σπουδαιότερα σολωμικά κείμενα, στήνεται πάνω σε λόφους από αλάτι, δημιουργώντας ένα σχεδόν φυσικό σκηνικό. Μέσα από τη μορφή ενός θρήνου η Μαρίζα Κωχ συνομιλεί με το κείμενο που φέρουμε μέσα μας από την παιδική μας ηλικία. Η τραγουδοποιός μάλιστα τονίζει πως η προσέγγιση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα επαγγελματικής επιστράτευσης, αλλά πηγάζει από μια βαθιά, σχεδόν μεταφυσική σύνδεση με τον γραπτό λόγο.
Και εξηγεί: «Αν είσαι ταγμένος μέσα σε αυτά τα πράγματα, υπάρχεις και τα αγγίζεις. Είναι μια θρησκευτική σχέση που έχω με την ποίηση. Εκφράζομαι γιατί αγαπώ την ποίηση. Γι’ αυτό έχω και μια προσωπική πορεία. Είμαι δεμένη πολύ και μέσα από το τραγούδι και μέσα από τα μοιρολόγια, τα οποία μας μαρτυρούν – ιδιαίτερα τα μανιάτικα και τα ηπειρώτικα, αλλά και όλων των περιοχών – βήμα βήμα, μας αποκαλύπτουν τα ηρωικά μοιρολόγια, τα ιστορικά. Μας πληροφορούν και μας ευαισθητοποιούν. Σε αυτό το κλίμα μέσα νιώθω ότι κινήθηκα, και με μια εκ βαθέων συγκίνηση άγγιξα – και εύχομαι να μην πρόδωσα – το ποίημα του Σολωμού».
Διακόσια χρόνια μετά τη συγγραφή του «Διαλόγου» (1824) από τον Διονύσιο Σολωμό, η παράσταση έρχεται να αναδείξει πώς η θυσία των Μεσολογγιτών νοηματοδότησε πανανθρώπινες αξίες, αποτελώντας διαχρονικό φάρο για κάθε άνθρωπο που πασχίζει να παραμείνει ελεύθερος όταν ο κλοιός γύρω σου και μέσα σου στενεύει. Η πτώση του Μεσολογγίου, που κάποτε συγκλόνισε την Ευρώπη και ανάγκασε ακόμη και τον Μέτερνιχ να παραδεχτεί τη γεωπολιτική της σημασία («Δεν θα μπορέσουμε στο μέλλον να σας βοηθήσουμε… Μεσολάβησε το Μεσολόγγι»), μετατρέπεται σήμερα σε μια θεατρική εμπειρία όπου ένας διαγενεακός χορός δίνει ζωή σε ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, τη γλώσσα και την ελευθερία.
Ρίζες
Η ιστορική μνήμη φαίνεται να καθορίζει ολόκληρη την καλλιτεχνική διαδρομή της Μαρίζας Κωχ, αφού, όπως αποκαλύπτει, οι μεγάλες εθνικές στιγμές και οι αγώνες του τόπου – από τη Σφαγή της Χίου μέχρι το δράμα της Κύπρου – την ακολουθούν πιστά από την εποχή του εμβληματικού της δίσκου «Αραμπάς» και των «Ριζών».
Μάλιστα, η ίδια θυμάται με συγκίνηση την ύψιστη τιμή που της επεφύλαξε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, απονέμοντάς της τιμητική διάκριση για το ιστορικό και γεμάτο κοινωνική κραυγή τραγούδι της «Παναγιά μου, Παναγιά μου» (το σύγχρονο μοιρολόι για την Κύπρο που ο Μάνος Χατζιδάκις είχε επιλέξει για την ελληνική εκπροσώπηση στη Eurovision του 1976 στη Χάγη).
Καθώς η συζήτηση φτάνει στο ιδανικό της ελευθερίας σε έναν κόσμο γεμάτο σύγχρονους περιορισμούς, η σπουδαία ερμηνεύτρια ανατρέχει στις ρίζες των δικών της βιωμάτων, συνδέοντας την εσωτερική της ανεξαρτησία με μια βαθιά πνευματική κληρονομιά και μια ζωή δομημένη πάνω σε αυστηρούς ηθικούς και δημιουργικούς κώδικες.
«Είχα την τύχη, τη μεγάλη τύχη, από δέκα χρονών περίπου να βρίσκομαι κοντά στον παππού μου που ήταν παπάς και να κρατάω ψαλτήρι από τα δέκα μου χρόνια. Το αριστερό βέβαια ψαλτήρι… Είχα μια επαφή πολύ τρυφερή με τον παππού και νιώθω ότι έχω την ευχή του. Νιώθω ότι με έβαλε μέσα στην εκκλησία, μέσα σε μια παραπάνω ευλογία· νιώθω και προστασία την ίδια στιγμή». Αυτή η αίσθηση της προστασίας και της πνευματικής αντοχής είναι που την κρατά όρθια και δημιουργική ακόμη και σήμερα, έτοιμη να μοιραστεί με το κοινό τη δική της αλήθεια. Γιατί, σε πείσμα των καιρών, η φράση του Σολωμού «Τα στήθια συχνά εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη» συνεχίζει να αντηχεί μέσα από το έργο τους σαν μια πανανθρώπινη ευχή, μακριά από κάθε δόγμα και μισαλλοδοξία.








