Εδώ και μία εβδομάδα πρωταγωνιστεί στην ειδησεογραφία, υπερσκελίζοντας ακόμη και τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις. Ενα έγκλημα στο οποίο ο «προβολέας» φωτίζει – και πολύ καλά κάνει – τις έμφυλες διαστάσεις του. Οι σαράντα πέντε μαχαιριές στο σώμα της Βασιλικής, όμως, δεν θα πρέπει να καταγραφούν απλά και μόνο ως μία ακόμη γυναικοκτονία, αλλά ως η συνισταμένη μιας σειράς από παθογένειες που κάνουν αυτή την υπόθεση ένα χρονικό προαναγγελθέντος εγκλήματος.

Η γειτονιά άκουγε, το περιβάλλον γνώριζε, τα δύο κορίτσια της οικογένειας, ηλικίας δέκα και έξι ετών, «παρόντα»· αν και κοιμισμένα στη δολοφονία της μητέρας τους, είχαν μιλήσει στο σχολείο για την ένταση στη σχέση των γονιών τους. Ακόμη και το ίδιο το θύμα είχε αποταθεί στην Αστυνομία και σε δικηγόρο. Κάποια εγκλήματα όμως γίνονται, στην πραγματικότητα, πολύ πριν «εκτελεστούν». Στην προκειμένη περίπτωση, η Βασιλική «δολοφονήθηκε» εκείνη την πρώτη φορά που οι γείτονες άκουσαν το σπαρακτικό «μη με χτυπάς άλλο με τη ζώνη», όταν ο άντρας της άρχισε να την παρακολουθεί μέσω του κινητού της τηλεφώνου ή όταν η ίδια έκανε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προφίλ με ψεύτικο όνομα για να διαφύγει την προσοχή του. Ενας άνθρωπος δεν μαστιγώνει έναν άλλο άνθρωπο επειδή «έχει νευράκια», αλλά επειδή θεωρεί ότι έχει απόλυτη κυριαρχία στο σώμα του. Δεν θέλει να ξέρει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται από ενδιαφέρον, αλλά από μία νοσηρή άποψη κυριαρχίας. Από ‘κεί και πέρα είναι θέμα συγκυριών πότε θα ολοκληρωθεί το έγκλημα.

Η Βασιλική ένιωθε ότι πνίγεται σε έναν γάμο που είχε καταντήσει μια συγκατοίκηση φόβου και μαρτυρίου. Και φαίνεται ότι ήξερε μέσες – άκρες πώς θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως δεν φτάνει μόνο η γνώση. Χρειάζεται το θάρρος, η απόφαση για το οριστικό τέλος. Αν, με κάποιο μαγικό τρόπο, η Βασιλική μπορούσε να αντιληφθεί εκ των προτέρων τη συμπαράσταση που θα έδειχνε ο κόσμος μετά τη δολοφονία της, αν ένιωθε όλη αυτή την υποστήριξη, πιθανόν σήμερα να ζούσε. Συγκινήθηκα με την πορεία διαμαρτυρίας που έγινε εις μνήμην της την Παρασκευή στην Καλαμάτα, βούρκωσα όταν ο κόσμος περνούσε κάτω από το σπίτι της, ωστόσο πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν κάτι ανάλογο είχε γίνει πριν από το φονικό, αν η Βασιλική ένιωθε τη στήριξη που θα τη βοηθούσε να διεκδικήσει το αυτονόητο: τη ζωή της. Δεν φτάνει μόνο ένα χτύπημα στον ώμο και ένα «καλό κουράγιο», αυτό μοιάζει με «ραντεβού στην κηδεία σου». Το «μη με χτυπάς άλλο με τη ζώνη» που ακουγόταν ξανά και ξανά από τα ανοιχτά παράθυρα δεν αφήνει περιθώρια για «δεν ήξερα, δεν κατάλαβα»· θα έπρεπε να κάνει και τα στόματα να ανοίξουν και όχι μόνο σε επίπεδο φιλικής συμβουλής ή, έστω, μιας αναφοράς στην Αστυνομία. Τότε θα έπρεπε να σπεύσουν οι γυναικείες οργανώσεις, να οχυρώσουν τη Βασιλική, να την προστατεύσουν από το δολοφονικό χέρι που είχε ήδη σηκωθεί.

«Κοράκια»

Είδαμε τη ζωή της Βασιλικής να κρέμεται από τα μανταλάκια στα μπουγαδόσχοινα του Διαδικτύου. Τι έκανε, τι ώρα γύριζε σπίτι, γιατί πήγε σε σχολή χορού, να μια φωτογραφία της, να ακόμη μία. Ακόμη κι αν κριτικάρεται αρνητικά αυτή η διακίνηση των προσωπικών της δεδομένων, ακόμη κι αυτό που γράφω εγώ εδώ μοιάζει με το κουτσομπολιό που γίνεται στον καφέ μετά την κηδεία. Και να μην ξεχνάμε ότι σε αυτή την ιστορία υπάρχουν δύο παιδιά. Που, δεν μπορεί, κάποια στιγμή στο μέλλον το πιθανότερο είναι ότι θα πέσουν σε αυτές τις πληροφορίες.

Τι θα γίνει άραγε με αυτά τα παιδιά; Είναι δύο κορίτσια, δύο αυριανές γυναίκες – που ποιος ξέρει πώς θα μεταβολίσουν αυτό το τραύμα. Πού θα μεγαλώσουν; Σε ένα περιβάλλον όπου η μνήμη των παθών της μάνας τους θα μένει πάντα ζωντανή; Δεν ξέρω και δεν είναι η δουλειά μου να ξέρω. Δεν μπορεί όμως, θα υπάρχει μια λύση γι’ αυτά τα κορίτσια που θα θεραπεύει το μέλλον και δεν θα επουλώνει μόνο το παρόν.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail