Ενας αντικειμενικός απολογισμός της Διακήρυξης των Αθηνών διαψεύδει τις φρούδες ελπίδες των εμπνευστών της για «ήρεμα νερά». Κι αυτό γιατί στηρίχτηκαν σε τρεις ψευδαισθήσεις, οι οποίες με αυξανόμενο ρυθμό καταρρέουν: ότι δηλ. η Τουρκία θα ενστερνιζόταν το διεθνές δίκαιο, θα υποχωρούσε στις διεκδικήσεις της και εμείς θα αξιοποιούσαμε τον χρόνο για να εξοπλιστούμε καλύτερα. Στηριγμένες και οι τρεις σε λανθασμένη ανάγνωση της γείτονος, δυστυχώς ήταν επόμενο να διαψευστούν, με αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα μας. Ασφαλώς τα «ήρεμα νερά» είναι ως επιδίωξη προτιμητέα από τη θερμή σύγκρουση. Στην πραγματικότητα αποτελούν έναν στρατηγικά μινιμαλιστικό στόχο που φαίνεται να αντικατέστησε την άλλη φιλόδοξη ψευδαίσθηση: ότι δηλ. η Τουρκία θα αποδεχόταν μια προσφυγή στη Χάγη αποκλειστικά για οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας και κατ’ αυτόν τον τρόπο θα επιλύονταν τα μεταξύ μας προβλήματα.

Στα υπόλοιπα θέματα του Αιγαίου ο πολιτικός, ο οικονομικός (θετική ατζέντα) και ο στρατιωτικός (ΜΟΕ) διάλογος φυλλορρόησε και αποδεικνύεται αναποτελεσματικός. Εξίσου πενιχρά ήταν και τα αποτελέσματα της «θετικής ατζέντας», με το διμερές εμπόριο να παραμένει σχεδόν σταθερό.

Η εκτίμηση ότι η Τουρκία θα ασπαζόταν με τη Διακήρυξη των Αθηνών το διεθνές δίκαιο, και δη της θάλασσας (μάλιστα, μετά την εξωφρενική διαστρέβλωσή του με το τουρκολιβυκό μνημόνιο), αποδείχθηκε στρατηγικά αφελής. Πολύ περισσότερο όταν διεθνώς κατακτά έδαφος το δίκαιο της ισχύος, με συνεπή υποστηρικτή του τη γείτονα. Επιπλέον αναμένεται και η νομική αναβάθμιση ακραίων τουρκικών αξιώσεων μέσω του προετοιμαζόμενου ν/σ της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Εξίσου προβληματική υπήρξε και η επίσημη ψευδαίσθηση ότι η Αγκυρα εμμένει απλώς στις «πάγιες θέσεις» της, όταν οι διεκδικήσεις της πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια και οι ελληνικές πρωτοβουλίες στις θαλάσσιες ζώνες μας προσέκρουσαν στις σκληρές αντιδράσεις της Τουρκίας. Η χώρα μας επιχείρησε πράγματι σε 4-5 περιπτώσεις να κατοχυρώσει έμμεσα στο πεδίο τα κυριαρχικά δικαιώματα έξω από τα 6 ν.μ., αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια (προσωρινά ή οριστικά) εξαιτίας της τουρκικής αντίδρασης: ο αγωγός EastMed ναυάγησε, το καλώδιο GSI «φρενάρισε» στην Κάσο, ενώ τα φιλόδοξα σχέδια για υπεράκτια αιολικά και θαλάσσια πάρκα συρρικνώθηκαν εντός των 6 ν.μ., και μάλιστα με την εξαίρεση μιας δεκάδας νησίδων, που η Τουρκία θεωρεί «γκρίζες ζώνες». Τέλος, ο ατελέστατος (σε σχέση με τον τουρκικό) Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, αν και (ορθότατα) επανέφερε τον (αποκηρυχθέντα το 2021) Χάρτη της Σεβίλλης, υστερεί έναντι της προηγούμενης σχετικής ανάρτησης από την ίδια την Κομισιόν.

Κατά συνέπεια, το αφήγημα ότι θα εξασφαλίζαμε χρόνο για επανεξοπλισμό μας μετά τη χαμένη δεκαετία του μνημονίου αποδείχθηκε έωλο. Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερη μεταβλητή: ευνοεί εκείνον που τον αξιοποιεί περισσότερο. Εξού και ωφέλησε την Τουρκία περισσότερο από την Ελλάδα, αφού επιδεινώθηκε ο διμερής συσχετισμός ισχύος ως αποτέλεσμα των διπλωματικών και στρατιωτικών αλμάτων που πραγματοποιεί η Αγκυρα σε σχέση με τα (αξιόλογα αλλά συγκριτικά ανεπαρκή) ελληνικά βήματα. Κι αυτό επειδή η πρόοδός μας δεν υπολογίζεται βάσει όσων πράγματι θετικών ενεργειών πραγματοποιήθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή. Σταθμίζεται σε σχέση με την αντίστοιχη πρόοδο του αντιπάλου μας. Επομένως απαιτείται η ενδελεχής εξέταση του συνολικού ισοζυγίου ισχύος των δύο χωρών σε (αποτελεσματικές) διπλωματικές κινήσεις, κατάλληλους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και βέβαια τεχνολογική, βιομηχανική και οικονομική ισχύ. Οταν π.χ. προσμετρούμε στους σημερινούς εξοπλισμούς και εκείνους που θα αποκτήσουμε σε βάθος πενταετίας και τους συγκρίνουμε με όσους διαθέτει ο αντίπαλός μας σήμερα, προφανώς πορευόμαστε με λανθασμένες παραδοχές.

Η πρόσφατη επανάληψη των τουρκικών παραβιάσεων θα εξανεμίσει, αν συνεχιστεί, και το σημαντικότερο όφελος της Διακήρυξης των Αθηνών, αποφέροντας ως μόνο κέρδος τους περίπου 100.000 τούρκους τουρίστες στα (πιο ευάλωτα εθνικά και εποφθαλμιώμενα από την Αγκυρα) ελληνικά νησιά.

Συμπερασματικά, τα «ήρεμα νερά» λειτούργησαν περισσότερο υπέρ της Τουρκίας, αφού οι διεκδικήσεις και η ισχύς της διευρύνθηκαν, «ξεπλύθηκε» (και ενίοτε πρωταγωνιστεί) διεθνώς, η χώρα μας δεν αξιοποίησε επαρκώς τα πλεονεκτήματά της στην ΕΕ, οι ψευδαισθήσεις για Χάγη εξαερώθηκαν και οι επαφές υψηλού επιπέδου απλώς στοχεύουν στη συντήρηση ενός διαύλου επικοινωνίας.

Ο Γιάννης Βαληνάκης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail