«Η νοσταλγία είναι ένας πολιτικός σκοπός. Είναι ένα αναισθητικό. Είναι ευκολότερο να υποτάξεις έναν λαό εκπαιδεύοντάς τον να έχει μια γλυκιά εμμονή με το παρελθόν και να φοβάται το μέλλον. Eτσι η «δυνατότητα» έχει χάσει τον ανοιχτό χαρακτήρα της. Σήμερα οι άνθρωποι έχουν υιοθετήσει μια αμυντική στάση (ψυχική) όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν το αύριο. Θα μπορούσες να το ονομάσεις φόβο», γράφει στο δοκίμιό της η συγγραφέας Αν Φρίντμαν που δημοσιεύεται στο τεύχος 33 του γυναικείου περιοδικού «The Gentlewoman» εντοπίζοντας την απουσία επιθυμίας για απολαυστικές διερευνήσεις. Η άποψή της θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως μετα-σχόλιο για την επίδειξη μόδας (και ισχύος) του οίκου Louis Vuitton. Πριν από λίγες μέρες στο ανακαινισμένο μουσείο Συλλογών Φρικ της Νέας Υόρκης, οι ιστορικές αίθουσες με έργα ευρωπαϊκής ζωγραφικής υποδέχτηκαν μοντέλα, διασημότητες και σύγχρονους επιχειρηματίες σε ρόλο πατρώνων των τεχνών και του πολιτισμού.
Και ο Νικολά Ζεσκιέρ, καλλιτεχνικός διευθυντής των γυναικείων συλλογών του Louis Vuitton, γνωστός για την προτίμησή του να επιλέγει χώρους με αρχιτεκτονική αίγλη, συμβολικά φορτισμένους στη συλλογική μνήμη ως τόποι εξουσίας, επιτευγμάτων, πνευματικότητας (TWA Flight Center στο αεροδρόμιο JFK, το Μουσείο Miho κοντά στο Κιότο, το Παπικό Παλάτι στην Αβινιόν) δήλωνε στο WWD: «Περιτριγυρισμένοι από αριστουργήματα που χρονολογούνται από την Αναγέννηση και μετά, ανοίγουμε διάλογο με έναν χώρο όπου για πολύ καιρό η τέχνη, η ιστορία και η ομορφιά διατηρούνται και αναδεικνύονται» συνοψίζοντας την ιδέα του να συνδυάσει μία ενδιάμεση, συμπληρωματική συλλογή (Cruise 2027) ρούχων και αξεσουάρ με μία από τις σημαντικότερες συλλογές ευρωπαϊκής τέχνης με έργα των Βερμέερ, Ρέμπραντ και Βελάσκεθ που υπάρχουν στην Αμερική.
Η πλημμυρίδα εντυπωσιακών στυλ όπως αυτά που επιδεικνύουν οίκοι πολυτελείας όπως ο Louis Vuitton ανασύρει τις προσπάθειές τους να εντείνουν τον δεσμό της μόδας με την τέχνη. Μετά την επίδειξη στο Frick Collection ο Louis Vuitton ανακοινώνει τριετές πρόγραμμα χορηγίας εκθέσεων, ανοιχτών στο κοινό εκδηλώσεων με καλεσμένους καλλιτέχνες, συγγραφείς διευκρινίζοντας την ιδιότητά του ως House of Culture: στο εξής όχι απλά οίκος με ιστορία στην ταξιδιωτική πολυτέλεια, αλλά οίκος με πολιτιστική δράση.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο κέντρο της Αθήνας, ο χώρος τέχνης Radio Athènes στην οδό Πετράκη 15 φιλοξενεί την έκθεση «post-everything deluge». Μία έκθεση με καλλιτέχνες που έχουν μια σχέση με τον κόσμο της μόδας και άνθρωποι της μόδας που δουλεύουν σαν καλλιτέχνες. Ανάμεσα στα έργα, τρία χειροποίητα κοσμήματα που συνδημιούργησαν η γλύπτρια Anna Santangelo και ο ντιζάινερ Kostas Murkudis φτιαγμένα από σφυρηλατημένο και γυαλισμένο ορείχαλκο, εμπνευσμένα από το «Oorijzer» (στα ολλανδικά σιδερένιο αφτί). Πρόκειται για ένα είδος μεταλλικού καλύμματος κεφαλής που αποτελούσε μέρος της παραδοσιακής ολλανδικής ενδυμασίας. Τα κομμάτια αυτά συμβόλιζαν την τοπική ταυτότητα και κληρονομιά και εξελίχθηκαν από χρηστικά εργαλεία σε στοιχεία που αντανακλούσαν τις μεταβαλλόμενες τάσεις της μόδας και την κοινωνική θέση από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Ο σχεδιασμός και η εμφάνισή του καθιστούν το παραδοσιακό εξάρτημα αντικείμενο μόδας. Το «Oorijzer» λειτουργεί ταυτόχρονα ως κόσμημα και ως σύμβολο κοινωνικού κύρους. Με αυτόν τον τρόπο, το εξάρτημα μιας παραδοσιακής ενδυμασίας αποκτά σύγχρονη υπόσταση αποτελώντας παράδειγμα αυτού που ο κοινωνικός επιστήμονας Θόρσταϊν Βέμπλεν στο έργο του «Θεωρία της αργόσχολης τάξης» θα χαρακτήριζε «περίοπτη κατανάλωση» για τις δαπάνες που γίνονται για χάρη γοήτρου.
«Ισως ο τίτλος της έκθεσης έχει να κάνει με τη γενικότερη κοινωνική και πολιτική παγκόσμια κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε όλοι μας και εξαιτίας αυτής της σημερινής συνθήκης δεν μπορούμε να κρατηθούμε από κάτι, να ελπίσουμε σε κάτι», επισημαίνει η επιμελήτρια Ελενα Παπαδοπούλου, μιλώντας για τη σχέση που πολλοί έχουμε με τη μόδα, «σαν κάτι που παίζει με την επιθυμία, την ιδέα της προστασίας όταν βγαίνουμε στον κόσμο και συγχρόνως την απογοήτευση που νιώθουμε όταν η δημιουργικότητα χρησιμοποιείται για μάξιμουμ κέρδη και branding. Η μόδα πιάνει τον παλμό των πραγμάτων πριν από όλους, αυτή είναι η φύση της, γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες πάντα κοιτάνε τι γίνεται σε αυτό το πεδίο».








