Η σκηνή μοιάζει με χορευτικό δρώμενο: άντρες και γυναίκες ντυμένοι με χρώματα ζωηρά, χαρούμενα, μεταφέρουν υλικά κάνοντας κινήσεις ρυθμικές, χορευτικές.
Κάποιοι τραγουδούν. Κάποιοι γελούν. Μοιάζουν να διασκεδάζουν, όπως διασκεδάζουμε «εμείς» στα μπαρ, στα πάρτι, στις γιορτές μας. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο: η σκηνή εκτυλίσσεται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, και ο τηλεοπτικός φακός του CNN καταγράφει το κτίσιμο μιας μικρής πτέρυγας μιας μικρής νοσοκομειακής μονάδας, για την περίθαλψη ασθενών από τον ιό του Εμπολα.
Οι λέξεις «πτέρυγα» και «νοσοκομειακή μονάδα» είναι βέβαια κάπως υπερβολικές: πρόκειται για δωμάτια που στήνονται βιαστικά, ώστε να τοποθετούνται εκεί οι άρρωστοι σε συνθήκες απομόνωσης και να τους παρακολουθούν οι γιατροί με σχετική ασφάλεια.
Οι άντρες κι οι γυναίκες που συμμετέχουν σ’ αυτό το «κτίσιμο» μεταφέρουν υλικά τραγουδώντας και χορεύοντας.
Είναι κάτοικοι μιας χώρας που υποφέρει, εδώ και χρόνια, από φτώχεια κι επιδημίες. Οι περισσότεροι υποσιτίζονται, δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και στοιχειώδη υγιεινή, και κινδυνεύουν από ένοπλη βία· οι περισσότεροι δεν ξέρουν αν έχουν εκτεθεί στο σπάνιο στέλεχος «Μπουντιμπουγκιό» του ιού που μαστίζει τη χώρα, για το οποίο δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εμβόλια ή ειδικές θεραπείες· οι περισσότεροι έχουν χάσει ή κινδυνεύουν να χάσουν κάποιον δικό τους απ’ αυτό.
Και για όλους ο θάνατος έχει πάρει, τώρα, μορφή ακόμα πιο τρομακτική: όχι μόνο επειδή όσα προηγούνται είναι ασύλληπτα βασανιστικά, αλλά γιατί, μετά, δεν τους επιτρέπεται να παραλάβουν τα πτώματα των αγαπημένων τους.
Ολόγυρα, από παντού, αντηχεί ο ίδιος ανατριχιαστικός ήχος – ένας αλαλαγμός, ένας κοπετός: ο θρήνος των συγγενών που ζητούν, ικετευτικά ή οργισμένα, να τους παραδοθεί το σώμα του πεθαμένου τους· και δεν θα τους παραδοθεί, γιατί οι ταφές πρέπει να υπακούουν στους κανόνες ασφαλείας.
Γύρω από το κλειστό φέρετρο οι συγγενείς μπορούν να φωνάζουν, να τραγουδούν, να χτυπιούνται ή να χορεύουν, αλλά δεν μπορούν να πλησιάσουν και ν’ αγγίξουν. Και πώς πενθείς έτσι την αγάπη;
Ομως οι άντρες κι οι γυναίκες με τα χαρούμενα, πολύχρωμα ρούχα τους χορεύουν και τραγουδούν ενώ ολόγυρα απλώνεται η φρικώδης αρρώστια κι ο θάνατος.
«Μα πώς παραμένετε δυνατός μπροστά σε τέτοιο θέαμα;» ρωτά η δημοσιογράφος του CNN τον γιατρό Richard Kojan, αφού στάθηκαν για λίγο δίπλα σε ένα μικρό αγοράκι που κατάφερε να φάει μισή μπανάνα (αρνούμαι να περιγράψω περισσότερα).
«Για μένα», απαντά ο γιατρός, «αυτή είναι η εικόνα της ανθρωπότητάς μας. Είναι αυτό που δείχνει ότι είμαστε όλοι άνθρωποι. Οταν άνθρωποι υποφέρουν τόσο πολύ, αυτό αισθάνομαι». Κοιτιούνται. «Την ανθρωπότητά μας», επαναλαμβάνει σιγά.
Ρωτάω το chatGPT, «Τι είναι ανθρωπότητα;» «Είναι το σύνολο των ανθρώπων, οι ιδιότητες που μας κάνουν ανθρώπους», μου γράφει. «Η σκέψη, η συνείδηση, η γλώσσα, η δημιουργικότητα και η ικανότητα να ζούμε σε κοινωνίες, η συμπόνια προς τους άλλους – η καλοσύνη, η ενσυναίσθηση και ο σεβασμός. Οι αξίες που μας συνδέουν». Ολόσωστο, σκέφτομαι. Μόνο που δεν αναφέρει τον πόνο. Και το «εκείνοι» και «εμείς».
«Εμείς» παρακολουθούμε από τις τηλεοράσεις μας τα όσα συμβαίνουν. Συμπονούμε (λίγο ή πολύ), ανησυχούμε μην έρθει ο ιός και σ’ εμάς (πιο πολύ).
Δεν φταίμε σε τίποτα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, είναι όλα μια μακρινή απελπισία. Αλλά, επίσης, απορούμε: πώς γίνεται και «εκείνοι», βουτηγμένοι σ’ αυτή την απελπισία, τραγουδούν και χορεύουν; Ποια δύναμη κατέχουν που ίσως δεν ανήκει στις κοινές ιδιότητες που μας κάνουν, όλους, ανθρώπους;
«Κι ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία», έγραψε ο Ντίλαν Τόμας. Οι γυμνοί μας νεκροί θα γίνουν ένα με τον άνθρωπο που ψιθυρίζει όταν φυσά ο άνεμος, και διαγράφεται πάνω στο φεγγάρι.
Θάνατος ουκέτι κυριεύει. Ισως, σκέφτομαι, «εκείνοι» κατέχουν μιαν ακόμα πλευρά της ανθρωπότητας που «εμείς» ή ξεχάσαμε, ή θέλουμε ακόμα λίγο καιρό για να κατανοήσουμε. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να ρωτήσω το chatGPT γι’ αυτό, και μετά λέω άσε, μην το ταλαιπωρώ.








