Ακούγοντας τα πολιτικά πρόσωπα – οποιοδήποτε κι αν είναι το βήμα που χρησιμοποιούν για να μιλήσουν – έχεις την εντύπωση, ή μάλλον την υποψία, όσο διαφορετικά και αν είναι τα κόμματα όπου ανήκουν, ότι συνέρχονται κρυφά μεταξύ τους, με όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για να μην γίνουν αντιληπτά, προκειμένου να αλληλοενημερώνονται ως προς τη «γραμμή» που θα ακολουθήσουν, ώστε σε όποιες λεκτικές ακρότητες και αν φτάσουν, τελικά ο ένας να μην μπορεί να υπάρξει χωρίς την προϋπόθεση του άλλου. Και πως ακόμα και υβριστικοί ο ένας απέναντι στον άλλον, να μοιάζει πως αλληλοεπαινούνται ως προς την ελευθερία που τους χαρακτηρίζει, ο ένας να μπορεί να μιλάει όπως μιλάει και ο άλλος να τον ακούει, όπως αν άκουγε να βρίζουν έναν τρίτο. Χλιαρά, δηλαδή, έστω και αν η χλιαρότητα αυτή κορυφώνεται κάποτε κάποτε με μια μήνυση.
Θα ήταν αδύνατον να είναι ειλικρινείς και πραγματικές οι τόσο αβυσσαλέες και αγεφύρωτες διαφορές που καμώνονται ότι τους χωρίζουν και να μην προέκυπτε κάτι εντυπωσιακά ουσιαστικό. Αντίθετα το μόνο που συμβαίνει είναι ή να ανανεώνονται οι διαφορές τους, ανάλογα με τις πολιτικές καιρικές συνθήκες, ή να παραμένουν οι ίδιες επιδεινούμενες σε ένα βαθμό που και αυτός θα μπορούσε να λογαριαστεί ως ένα μέρος της πραγματοποιημένης ανάμεσά τους συμφωνίας. Διαφορετικά γιατί θα απέφευγαν όλοι τους, όπως ο διάβολος το λιβάνι, έστω και μια απλή μνεία μιας αναπόφευκτης προϋπόθεσης, όπως είναι ότι προκειμένου να υπάρξει μια πραγματική και ουσιαστική αλλαγή, χρειάζεται να αλλάξουμε πρώτα από όλα εμείς οι ίδιοι ως κοινωνία, ως σύνολο πολιτών, έστω σε ένα μεγάλο ποσοστό όποιος και αν είναι ο αριθμός μας;
Δεν γίνεται καμία απολύτως μνεία αυτής της απαραίτητης προϋπόθεσης, αντίθετα πάντα, με τον άλφα ή με τον βήτα τρόπο, κουκουλώνεται, γιατί η παραδοχή της θα σήμαινε πως όσο μεμπτά, καταδικαστέα ή δυσώδη είναι τα πράγματα, δεν είναι οι πολιτικοί που μας χρειάζονται για να τα θεραπεύσουν, αλλά όλοι οι υπόλοιποι. Γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα οι ίδιοι οι πολιτικοί να παροπλίζονται, παραμένοντας ανεπάγγελτοι, αφού έχοντας αναλάβει εμείς οι πολίτες την ευθύνη της αλλαγής, θα καθίστατο ανύπαρκτο το περιθώριο για έναν μάλιστα τόσο μεγάλο αριθμό από «σωτήρες».
Διαφορετικά δεν θα ακούγαμε τη βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ, Ράνια Σβίγκου, σε τηλεοπτική εκπομπή και σε ερώτηση δημοσιογράφου πώς σχολιάζει την καταδίκη τριάντα δύο ατόμων για ένα σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2016-2018, να αποκρίνεται πως το σκάνδαλο μπορεί να είναι υπαρκτό, αλλά από τη στιγμή που δεν κατονομάζεται συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φέρνει καμία ευθύνη! Καθώς αν έλεγε το απλούστερο και αληθέστερο ότι κάθε λογής σκάνδαλο θα περιοριζόταν, αν δεν εξαλείφονταν, μόνο σε περίπτωση που βελτιωνόμασταν ως κοινωνία, θα ήταν σαν να έδινε συγχωροχάρτι σε αντίπαλα προς τον ΣΥΡΙΖΑ κόμματα, προτίμησε τη βολική οδό ενός διαιωνιζόμενου ψέματος.
Ή το εξίσου αξιοθρήνητο ενός στελέχους του ΠΑΣΟΚ, της κυρίας Χαράς Κεφαλίδου, σε ερώτηση του ίδιου δημοσιογράφου, για τα χαμηλά ποσοστά του κόμματός της στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, να απαντά ότι «την κοινωνία δεν την ενδιαφέρουν οι διαφορές μας με τα άλλα κόμματα, αλλά το σοβαρό και αξιόπιστο πρόγραμμα μας». Πότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η απερίφραστη παραδοχή μιας αλήθειας μπορεί να είναι πολύ μικρότερη από το κόστος ενός ψέματος;








