Δυστυχώς, το αμερικανικό κέντρο δεν έθεσε το ίδιο ερώτημα και σε άλλους λαούς, αν και οι έρευνες που γίνονται κατά καιρούς δείχνουν ότι η απαισιοδοξία δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των Αμερικανών. Οι νέοι άνθρωποι, μάλιστα, λένε χαρακτηριστικά ότι έχουν «χάσει το μέλλον», ως κάτι εν πάση περιπτώσει για το οποίο ανυπομονούν. Νιώθουν παγιδευμένοι σε έναν κόσμο εκτός ελέγχου. Μπροστά τους βλέπουν μόνο ανησυχητικά πράγματα, κλιματική αλλαγή, ολιγαρχία, αυταρχισμό, Τεχνητή Νοημοσύνη. Νοιώθουν ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, οπότε θα ήθελαν να μετακινηθούν στο παρελθόν για να ζήσουν λίγο περισσότερο.
Αυτήν ακριβώς την αίσθηση για το επικείμενο τέλος του κόσμου είχαν οι θρησκευόμενοι, δηλαδή οι περισσότεροι άνθρωποι, στις αρχές του 16ου αιώνα. Οπως γράφει ο γερμανός ιστορικός Ράινχαρτ Κοζέλεκ (1923 – 2006) στο βιβλίο του «Παρελθόντα Μέλλοντα: Περί της Σημασιολογίας του Ιστορικού Χρόνου», ο Λούθηρος έλεγε συχνά ότι η καταστροφή της ανθρωπότητας θα επερχόταν τον επόμενο χρόνο, πρόσθετε μάλιστα ότι ο Θεός επιτάχυνε τις εξελίξεις για να κάνει χάρη στους εκλεκτούς. Οι άνθρωποι δεν έκαναν έτσι σχέδια για το μέλλον, αναρωτιόντουσαν απλώς αν θα βρέξει την επομένη και, οι πιο αισιόδοξοι, αν θα προλάβουν να παντρευτούν και να κάνουν κανέναν απόγονο.
Σχεδόν 300 χρόνια αργότερα, σημειώνει ο Τζόσουα Ρόθμαν στον New Yorker, o Ροβεσπιέρος παρουσιάζει στο πλήθος την αντίθετη εκδοχή. H ιστορία δεν τελειώνει – μόλις αρχίζει. «Εφτασε η ώρα να ζητήσουμε από τον καθένα από εσάς να εκπληρώσει το πεπρωμένο του», διακηρύσσει το 1793. «Η πρόοδος της ανθρώπινης λογικής έθεσε τις βάσεις γι’ αυτή τη μεγάλη Επανάσταση και εσείς αναλαμβάνετε τώρα την ιδιαίτερη αποστολή να επιταχύνετε το βήμα της».
Για να επιστρέψει η ιδέα του μέλλοντος, και να αποκτήσει περιεχόμενο, χρειάστηκε να αλλάξουν πολλά στον δυτικό κόσμο. Η Εκκλησία, που καλλιεργούσε ένα συγκροτημένο αφήγημα για την αρχή, τη μέση και το τέλος του χρόνου, έκανε λίγο πίσω. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι έδωσαν τη θέση τους στις προόδους της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πολλοί φιλόσοφοι άρχισαν να αμφισβητούν την έκταση των γνώσεων για το μέλλον. Ακόμη κι η αστρολογία βοήθησε, προτείνοντας διάφορους χρησμούς αντί για τις προφητείες ότι ερχόταν η Αποκάλυψη. Οι άνθρωποι άρχισαν έτσι να βλέπουν το μέλλον ως ένα πεδίο διαφόρων εναλλακτικών, λιγότερο ή περισσότερο πιθανών, ενδεχομένων.
Πώς κάναμε λοιπόν τον κύκλο και ξαναγυρίζουμε σήμερα στην αρχή της Ιστορίας; Ισως το παιχνίδι να ήταν χαμένο από την αρχή, γράφει η ισπανομεξικανοβρετανίδα φιλόσοφος Καρίσα Βέλις στο βιβλίο της «Προφητεία: Προβλέψεις, Εξουσία και η Μάχη για το Μέλλον, από τους Αρχαίους Χρησμούς ως την Τεχνητή Νοημοσύνη». Οταν θέτεις τα οράματα για το μέλλον στο κέντρο της κοινωνίας, δείχνεις ότι έχεις μια αφελή άποψη για τις προβλέψεις, ότι τις θεωρείς μια προσπάθεια απόκτησης γνώσης ενώ στην πραγματικότητα είναι εντολές μεταμφιεσμένες σε περιγραφές από ανθρώπους που γνωρίζουν ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να προβλέψεις το μέλλον είναι να το καθορίσεις.
Οι περισσότερες προβλέψεις είναι ευσεβείς πόθοι, γράφει η καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ποντάρεις στο άλογο που θέλεις να νικήσει. Αλλες περιλαμβάνουν έναν βαθμό αλλοίωσης. Το έχουμε δει με τις προβλέψεις των μετεωρολόγων: αν πουν ότι η πιθανότητα βροχής είναι 10%, θα βγούμε έξω χωρίς ομπρέλα, κι αν βρέξει θα τα βάλουμε μαζί τους, οπότε εκείνοι φουσκώνουν προκαταβολικά το ποσοστό για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Πολλές προβλέψεις, τέλος, είναι εξ ορισμού αδύνατον να γίνουν – και παρ’ όλ’ αυτά γίνονται, αφού είναι δωρεάν, ο καθένας μπορεί να προβλέψει οτιδήποτε, οποτεδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή.
Το συμπέρασμα της Βέλις, έτσι, είναι να είμαστε επιφυλακτικοί. Να αντιμετωπίζουμε τις προφητείες και τις προβλέψεις με καχυποψία. Αντί να προβλέπουμε, να προετοιμαζόμαστε. Να εκπλήσσουμε τον εαυτό μας. Το να σκεφτόμαστε τι θα γίνει στο μέλλον είναι αναπόφευκτο, αλλά αν πρέπει να περιπλανηθούμε σε αυτή την terra incognita ας μην το παρακάνουμε. Είναι ασφαλέστερο να προβλέψουμε τι θα γίνει σε μία ώρα, παρά σε εκατό χρόνια. Ας μην ευχόμαστε λοιπόν να μπορούσαμε να μεταφερθούμε στο παρελθόν. Ας ζήσουμε στο παρόν.
«Κακός και καλύτερος»
Ο Τζόσουα Ρόθμαν του New Yorker αναρωτιόταν πάντα αν ο κόσμος μας είναι καλός ή κακός, αν γίνεται καλύτερος ή χειρότερος. Και την καλύτερη απάντηση του την έδωσε ο σουηδός γιατρός και στατιστικολόγος Χανς Ρόσλινγκ. Τα στοιχεία, του είπε, δείχνουν ότι ο κόσμος ως σύνολο είναι «κακός και καλύτερος». Πολλά πράγματα είναι χάλια στον κόσμο μας, και αυτά που γίνονται πάνε συνεχώς χάλια, αλλά πολλά από αυτά που πήγαιναν χάλια έχουν φτιάξει. «Σκέψου τον κόσμο σαν ένα πρόωρο νεογνό σε μια θερμοκοιτίδα», του πρότεινε. Η κατάστασή του είναι κρίσιμη, αλλά βελτιώνεται. Αν έχουμε εμείς τη φροντίδα αυτού του νεογνού, δεν πρέπει να συγχαίρουμε τον εαυτό μας για τις λειτουργίες που πηγαίνουν καλά, αλλά να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σ’ εκείνες που δεν πηγαίνουν καλά. Με αυτή την έννοια, η ιδέα του μέλλοντος είναι παγίδα.








